Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015

ΘΕΟΦΙΛΟΣ: Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΠΟΥ ΑΝΤΕΔΡΑΣΕ ΣΤΟΝ ΠΟΝΟ ΖΩΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ
ΘΕΟΦΙΛΟΣ
Όταν στην Γαλλία, που ήταν το καλλιτεχνικό κέντρο της Ευρώπης μεσουρανούσαν ο Πικάσο ( για τη βιογραφία του ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ), ο Ματίς  (ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ) και άλλοι, στην Ελλάδα έζησε ταπεινά στο περιθώριο της ζωής και ζωγράφισε,  ο λαϊκός δικός μας Θεόφιλος.

Ο Θεόφιλος γεννήθηκε  στα 1867 στη Βαρεία της Μυτιλήνης.  Ήταν το πρώτο παιδί από τα 8 συνολικά της οικογένειας του (4 αγόρια και 4 κορίτσια). Οι γονείς του ήταν ο Γαβριήλ Χατζημιχάλης και η Πηνελόπη Ζωγράφου.
Ο Θεόφιλος σαν παιδί είχε ιδιαίτερα αδύναμη κράση  και  ένα "μέγα κουσούρι", όπως το θεωρούσαν τότε: Ήταν αριστερόχειρας.  Όλοι τον έλεγαν «ζερβοκουτάλα» και μισακάτη. Γονείς και δάσκαλοι προσπαθούσαν κάθε μέρα και βίαια να τον κάνουν δεξιόχειρα. Τον  τυραννούσαν,  να του αλλάξουν  τη φύση του δηλαδή. Έτσι  ο  Θεόφιλος κλείστηκε στον εαυτό του.   Δεν  έπαιζε   με τα άλλα παιδιά.  Βρήκε παρηγοριά στη ζωγραφική. Κατέβαινε στο υπόγειο του σπιτιού του που το χρησιμοποιούσαν ως αποθήκη και ζωγράφιζε συνεχώς, ατελείωτες ώρες. Εκεί κλειδωμένος τραγουδούσε τα κλέφτικα τραγούδια.  Τραγουδούσε  μόνο  εκεί  για  να  μην  τον  ακούνε  γιατί όταν ήταν νήπιο πέρασε μιαν αρρώστια που τον έκανε να τραυλίζει. Αυτό αγωνιζόταν συνεχώς να το κατανικήσει  αλλά  η προφορά του δεν ήταν ποτέ καθαρή. Δεν  ήθελε  να  τον  ακούσει  ο  κόσμος  να  τραγουδάει  γιατί θα τον γιουχάριζε για τη δυσκολία της φωνής του.  Το  καθημερινό  του  κατέβασμα  στο  υπόγειο  για  μένα  έχει  και  συμβολικό  χαρακτήρα που  με  μαγεύει:   Ήταν  σαν να κατεβαίνει στα ενδότερα, στα πιο βαθειά μέρη της ψυχής του. Είναι εκπληκτικό!
ΘΕΟΦΙΛΟΣ 

ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ  ΘΕΟΦΙΛΟΥ


Ο  Θεόφιλος ήταν μικρός, καχεκτικός, βιασμένος από όλους και αποτραβηγμένος από όλους. Όμως, αυτός αγάπησε την λεβεντιά! Και σύμβολο της η φουστανέλα που σε όλη την ζωή του δεν την αποχωρίστηκε από πάνω του για να εκδυτικιστεί με τα κουστούμια της εποχής που έτρεξαν να φορέσουν όλοι στην Ελλάδα,   ίσως  για  να  κρύψουν τον έλληνα με τα τσαρούχια και  την  κακομοιριά  που  ένοιωθαν  σε  αυτόν  μέσα  από  τόσα  χρόνια  σκλαβιάς,  που  τους  έκανε μάλλον   να  ντρέπονται.   





ΘΕΟΦΙΛΟΣ
ΘΕΟΦΙΛΟΣ

Στο σχολείο γέμιζε τα τετράδια του με ζωγραφιές: Καΐκια και γοργόνες. Στην Τρίτη δημοτικού σταματά το σχολείο. Ο πατέρας του τον στέλνει στο παπουτσάδικο του νησιού για να γίνει τσαγκάρης αλλά ο Θεόφιλος  το έσκαγε συνέχεια και πήγαινε τρεχάτος στον παππού του τον Κωνσταντή που ήταν αγιογράφος. Ο παππούς του έκανε αληθινά θαύματα μπροστά στα μάτια του!! Έπαιρνε απλά ξύλα και σανίδια και  τα μετέτρεπε σε αγίους!! Ο παππούς του τον λάτρευε. Τον κάθιζε στα πόδια του, τον αγκάλιαζε και του έδειχνε τη ζωγραφική του, του έλεγε ιστορίες: για τους βίους των αγίων, τους ήρωες του 1821, τον Μ. Αλέξανδρο. Αυτοί οι ήρωες θα αποτυπωθούν στο έργο του Θεόφιλου.
ΘΕΟΦΙΛΟΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ


ΘΕΟΦΙΛΟΣ
Στο σπίτι η μάνα του τον παρακαλά, αφού τσαγκάρης δεν γινόταν, να δουλέψει σαν βοηθός κτίστη δίπλα στον θείο του. Πήγε. Μια μέρα όμως, ο Θεόφιλος ζωγραφίζει πάνω σε έναν φρεσκοβαμμένο τοίχο μια γοργόνα που όταν την είδε ο θείος του έγινε έξαλλος και την έσβησε αμέσως.

Στην Μυτιλήνη, ο κόσμος τον κορόιδευε για την φουστανέλα, τον χλεύαζαν και έφθασαν ακόμα και να τον χτυπούν. Ο Θεόφιλος φεύγει. Το σκάει από το σπίτι του με πονεμένη ψυχή από την απάνθρωπη συμπεριφορά των συγχωριανών του. Ήταν 16 χρονών. Πηγαίνει στη Σμύρνη. Εκεί έκανε θελήματα στο ελληνικό προξενείο όπου δούλευε σαν θυρωρός. Παράλληλα ζωγράφιζε και κέρδιζε και από εκεί κάποια χρήματα. Πάντα με θέματα από την ελληνική ιστορία.  Εκεί, στη Σμύρνη, κάποιοι τον κατηγόρησαν στους τούρκους για αυτά, όταν ζωγράφιζε στο σπίτι του Δρουσάκη. Ο Δρουσάκης για να σώσει την κατάσταση, λέει πως ο Θεόφιλος είναι ένας τρελός και δεν αξίζει σημασίας. Ο τούρκος αξιωματούχος τότε είπε: «Αν τούτος είναι τρελός, ντροπή σε εμάς τους γνωστικούς».


ΘΕΟΦΙΛΟΣ

Μετά τη Σμύρνη, ο Θεόφιλος πηγαίνει στη Μακρινίτσα στο Πήλιο και στο Βόλο. Στη ζώνη της φουστανέλας του, εκεί που έμπαιναν τα ντουφέκια, αυτός ζώνεται με πινέλα και χρώματα που τα έφτιαχνε ο ίδιος από τρίχες αλόγου και  για τα χρώματα κοπανούσε λουλούδια και χορτάρια που έβρισκε άφθονα στην φύση μαζί με κρεμμύδια και φλούδες ροδιού. Μετά τα ανακάτευε με τις μπογιές των μπογιατζήδων. Για να δέσουν όλα, κάποιες φορές πρόσθετε γάλα συκιάς ή αυγό.
ΘΕΟΦΙΛΟΣ


ΘΕΟΦΙΛΟΣ
Σε αυτά τα μέρη ζωγραφίζει τοίχους σε μικρά μαγαζιά, σε βαρέλια, στις ταβέρνες και όπου βρει.  Στα θέματα του προστίθενται πουλιά, δέντρα και λουλούδια. Θέματα καθημερινής ζωής, θρησκευτικά, ιστορικά και της παράδοσης μας. Ο Θεόφιλος έτσι κατάφερνε να επιβιώνει. Λίγα χρήματα ίσως, ένα πιάτο φαγητό και κρεμμύδια που ήταν η αδυναμία του. Συχνά έλεγε πως δεν πουλάει τα έργα του αλλά τα χαρίζει. Και δεν είχε άδικο. Μα, με τη ζωγραφική του δεν μπορούσε να ζήσει. Έτσι έκανε τον χαμάλη, ασβέστωνε τοίχους, ξεχορτάριαζε, κουβαλούσε νερό, και ότι άλλη δουλειά του ποδαριού έβρισκε.

ΘΕΟΦΙΛΟΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ

Σαν άνθρωπος ο Θεόφιλος χαρακτηριζόταν από πραότητα, απλότητα, μοναχικότητα, πόθο να εκφραστεί μέσα από τη ζωγραφική, και κάπου -  κάπου, παίζει τη φυσαρμόνικα του. Και ενώ ο ίδιος δεν έκανε κακό σε κανέναν, το  ταπεινό   ύφος της  ζωής  του, αυτός που ήδη ανέφερα, προκαλούσε τους ανθρώπους που ζούσαν στον αντίποδα  και  έψαχναν  ευκαιρία  να  τον  κοροϊδεύουν.    Η καζούρα εναντίον του από μεγάλους και μικρούς αποτελούσε  την  καθημερινότητα  της ζωής του. Οι μικροί όμως κάπως δικαιολογούνται κατά τον Θεόφιλο που αγαπούσε τα παιδιά. Ο Θεόφιλος έγραφε δικά του έργα με κυρίαρχο ήρωα τον Μ. Αλέξανδρο και οργάνωνε τα πιτσιρίκια να παίξουν θεατρικές παραστάσεις. Ο ίδιος έφτιαχνε τα σκηνικά (υποτυπώδη βέβαια) και τα κουστούμια (για πανοπλίες διαμόρφωνε χαρτόκουτα). 


ΘΕΟΦΙΛΟΣ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ
Υπάρχουν όμως και οι καλοί και συμπονετικοί άνθρωποι στη ζωή.  Το 1912 γνωρίζει σε ένα πανηγύρι τον Γιάννη Κοντό με την γυναίκα του Ασπασία όπου τον φιλοξένησαν σπίτι τους. Ο Κοντός ήταν μυλωνάς και γαιοκτήμονας. Του φέρθηκαν τόσο ανθρωπινά και αυτός τους ζωγράφισε τα ωραιότερα του έργα στους τοίχους του αρχοντικού τους. Έλεγε ο Κοντός για τον Θεόφιλο: «Αυτός παιδί μου ήταν τρελός στο μυαλό και σοφός στα χέρια».
Το όνομα του Θεόφιλου αργά και σταθερά γινόταν γνωστό και τον καλούσαν από τόπο σε τόπο για να ζωγραφίσει τοίχους σπιτιών και μαγαζιών. Ένα από τα ωραία περιστατικά είναι με έναν μαγαζάτορα που ήθελε να του ζωγραφίσει 2 λιοντάρια. Ο Θεόφιλος τον ρωτά «Και πώς τα θες; Δεμένα ή λυτά;» Ο μαγαζάτορας κοντοστέκεται και του λέει «Και ποια είναι η διαφορά;»  Ο Θεόφιλος αποκρίνεται «Τα δεμένα κοστίζουν 10 φασολάδες και τα λυτά μια φασολάδα». Ο Θεόφιλος με αυτή τη διαφορά εννοούσε αν ήθελε να τα φτιάξει με καλά χρώματα ή με μπογιές που με την πρώτη βροχή χαλάνε. Ο μαγαζάτορας βέβαια απάντησε λυτά. Και επειδή ξεκινούσαν και οι βροχές, στη πρώτη βροχή τα λιοντάρια εξαφανίστηκαν. Ο μαγαζάτορας γίνεται έξαλλος!  Ο Θεόφιλος ήρεμος του απαντά «Άνθρωπε μου, τι φωνάζεις; Λυτά δεν τα ήθελες τα λιοντάρια; Ε! Τι περίμενες; Να μείνουν πάντα εδώ; Αφού ήταν λυτά, έφυγαν»!!
ΘΕΟΦΙΛΟΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ


Η ωραία περίοδος του Θεόφιλου ήταν μετά την Μικρασιατική καταστροφή που ήρθαν οι πρόσφυγες έλληνες από την ανατολή με τον πόνο και τον θρήνο στις καρδιές τους αλλά και το μεράκι τους που προσπαθούσαν να ζήσουν και να δημιουργήσουν. Στη τέχνη τους προτιμούσαν την διακόσμηση και τα καθαρά χρώματα. Ο Θεόφιλος είχε αυτή τη ζωγραφική που ζητούσαν και επίσης και την εμπειρία να ζει στην Σμύρνη  και  να  γνωρίζει  τον  πολιτισμό  τους. Πληρώνεται καλύτερα και τρώει και καλύτερα από τις εξαιρετικές συνταγές των προσφύγων. Όταν το 1930 οι παράγκες των προσφύγων πιάνουν φωτιά, χάνεται και η  ομορφιά στα έργα του Θεόφιλου, παρόλο που τότε αυτός δεν ζούσε μαζί τους.







ΘΕΟΦΙΛΟΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ


Το 1927, ανεβασμένος σε μια ξύλινη σκάλα, ο Θεόφιλος ζωγράφιζε την πρόσοψη ενός μαγαζιού. Κάποιος Βολιώτης για να διασκεδάσει με τους παραβρισκόμενους,  τραβάει τη σκάλα και ο Θεόφιλος σωριάζεται στο χώμα. Ματώνει το κεφάλι του και το χέρι του. Σπαράζει στους πόνους ενώ οι άλλοι χαχάνιζαν από το θέαμα. Σηκώνεται και απομακρύνθηκε αργά – αργά. Έτσι, έφυγε. Μαζεύει τα πράγματα του, όλα και όλα μέσα σε 3 μπαουλάκια και φεύγει το 1927 για την πατρίδα του την Μυτιλήνη. Μετά από 30 χρόνια.



ΜΠΑΟΥΛΑΚΙ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
ΘΕΟΦΙΛΟΣ


ΘΕΟΦΙΛΟΣ
Στο χωριό του οι συγγενείς του δεν τον εκτιμούν γιατί είχε την αμαρτία να γυρίσει όπως έφυγε. Δεν είχε γίνει σπουδαίος παρά ένας φτωχός μπογιατζής, όπως όλοι τον αποκαλούσαν.  Όμως υπήρχε η μάνα του. Ένας άνθρωπος που θα νοιαζόταν για την υγεία του, αλλά και τα αδέλφια του. Τα αδέλφια του είχαν βολευτεί με τα πρακτικά επαγγέλματα. Ο Σωτήρης και ο Παναγιώτης ήταν επιπλοποιοί. Ο Μιχάλης εργολάβος. Οι αδελφές του Σοφία και Αθανασία είχαν παντρευτεί και η Ελπίδα είχε πεθάνει νέα. Αρχικά τον μαζεύει ο Σωτήρης.  Έπειτα θα μείνει με την οικογένεια της Σοφίας και τη μάνα τους. Αργότερα σε ένα μικρό σπίτι κοντά στο νεκροταφείο μέχρι το 1932 που αυτή πέθανε. Στην Μυτιλήνη ζωγράφιζε καθημερινά σπίτια και μαγαζιά για ένα πιάτο φαγητό.  Όλο το νησί γέμισε με τις ζωγραφιές του. Στο τέλος της ζωής του, έμενε σε ένα μικρό σπιτάκι στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα. Ένα στρώμα κατάχαμα, ένα ντουλάπι, δυο κασέλες, μια μικρή αυλή που φύτευε τα μπαξεβανικά του και δυο αμυγδαλιές. Παρέα του είχε την Μαρουλιώ, την γάτα του που υπερλάτρευε.


ΘΕΟΦΙΛΟΣ

Ο Θεόφιλος πεθαίνει στις 24 Μαρτίου του 1934. Πιθανότατα από τροφική δηλητηρίαση. 
Χρόνια μετά τον θάνατό του, η μικρότερη από τα αδέλφια του, η  Φώτω, περιέγραψε στον Βασίλη Πλάτανο το τέλος του Θεόφιλου:
«Τον φώναξε ένας πλούσιος να του ζουγραφίση μερικά "κάντρα", σαν είδε πως η τέχνη του είχε αξία και του 'δωσε μπαγιάτικο φαγί από ψάρια και κρέας. O καϋμένος τα πήρε, γιατί στη χάση και στη φέξη έτρωγε τέτοια φαγητά, και σαν πήγε στο δωμάτιό του, που το είχε νοικιασμένο στο Bουνάρι της Mυτιλήνης, τα έφαγε με όρεξη κι άφησε τα μισά να τα γιοματίση και ταχιά. Αλλά δεν πρόλαβε. Ήταν χαλασμένα, ούτε του σκυλιού τους δεν τα δίνανε, τον πειράξανε και τη νύχτα της παραμονής του Bαγγελισμού του 1934 πέθανε από δηλητηρίαση. Tονέ βρήκανε πεθαμένο στερνά από τρεις μέρες που είχε πια βρομίσει και τονέ πήρε ο δήμος άρον-άρον και τον έθαψε. Δεν προκάναμε ούτε να τον ασπαστούμε, ούτε να τον δούμε».
 Η αδελφή του στις αναμνήσεις της περιγράφει «Ο μακαρίτης ήταν έξυπνος και γνωστικός και ας τον έλεγαν «παλαβό» και «αχμάκη». Οι κοιλαράδες που δεν τον ξέρανε και στερνά τον εμπορευτήκανε κιόλας».
Όμως η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Ένα χρόνο μετά, έργα του εκτέθηκαν στο Μουσείο του Λούβρου(!) ως δείγμα της δουλειάς ενός γνήσιου λαϊκού ζωγράφου της Ελλάδας!! Πώς έγινε αυτό;
Το 1928, ο ζωγράφος Γιώργος Γουναρόπουλος βρισκόταν στον Βόλο. Είδε τοιχογραφίες του Θεόφιλου σε ένα μανάβικο. Τις φωτογράφισε και στο Παρίσι πια όπου έμενε, τις έδειξε στον (εκ καταγωγής Μυτιληνιό)  Στρατή Ελευθεριάδη (Τεριέν) – άνθρωπο που εξελίχθηκε σε μέγα κριτικό τέχνης. Ο Ελευθεριάδης ένα χρόνο μετά πηγαίνει στην Μυτιλήνη και αγοράζει μερικά έργα του Θεόφιλου. Από εδώ και πέρα, ο Τεριέν αναλαμβάνει την προώθηση του Θεόφιλου αλλά ο Θεόφιλος δεν πρόλαβε να ζήσει για να δει την εξέλιξη. Ο Κώστας Ουράνης (ποιητής, δημοσιογράφος, πεζογράφος) γράφει «Αλλά ο Θεόφιλος δεν είναι πια σήμερα στη ζωή για να χαρεί την άξαφνη αυτή δόξα ή  για να εκπλαγεί από αυτήν».
"Μια μέρα ήρθε ένας ταξιδιώτης από τα Παρίσια  (Στρατής Ελευθεριάδης) . Είδε αυτήν τη ζωγραφική, μάζεψε καμιά πενηνταριά κομμάτια, τα τύλιξε και πήγε να τα δείξει στους φωτισμένους κριτικούς που κάθονται κοντά στον Σηκουάνα. Και οι φωτισμένοι κριτικοί βγήκαν κι έγραψαν πως ο Θεόφιλος ήταν σπουδαίος ζωγράφος. Και μείναμε μ' ανοιχτό το στόμα στην Αθήνα. Το επιμύθιο αυτής της ιστορίας είναι ότι λαϊκή παιδεία δεν σημαίνει μόνο να διδάξουμε το λαό, αλλά και να διδαχτούμε από τον λαό»  μας  λέει ο Γιώργος Σεφέρης στην ομιλία του στην Αλεξάνδρεια το 1943. «Θυμούμαι πάντα τον Θεόφιλο, όταν συλλογίζομαι τον Μακρυγιάννη» θα πει.

ΘΕΟΦΙΛΟΣ - ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ



Ο Τεριέν οργανώνει έκθεση στο Παρίσι με έργα του Θεόφιλου.
3 Ιουνίου του 1961, το Λούβρο διοργανώνει μεγάλη αναδρομική έκθεση για τον Θεόφιλο.  Λέει  ο Ελύτης  μας: «Επιστρέφοντας από την Αμερική, τον Ιούνιο του 1961, σταμάτησα για λίγες μέρες στο Παρίσι και, καθώς βγήκα να χαζέψω στους δρόμους, το πρώτο πράγμα που είδα ήταν, σε μια βιτρίνα βιβλιοπωλείου όπου συνήθιζα να πηγαίνω άλλοτε, τη μεγάλη αφίσα της έκθεσης του Θεόφιλου, που είχε ανοίξει ακριβώς εκείνη την εβδομάδα στις αίθουσες του Λούβρου. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά. Ε, λοιπόν, ναι. Υπήρχε δικαιοσύνη σ' αυτό τον κόσμο». 

 Και σήμερα, τα έργα του υπάρχουν σε πολλά Μουσεία και ιδιωτικές συλλογές.


«Ο Θεόφιλος, γέννημα θρέμμα της ελληνικής φύσεως, και απόγονος της επαναστάσεως, όταν ζωγραφίζει ήρωες του 1821, οι φουστανέλες γίνονται λουλούδια στους αγρούς». Τεριέν




ΘΕΟΦΙΛΟΣ
ΘΕΟΦΙΛΟΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ




Η ζωγραφική του Θεόφιλου χωρίζεται σε 4 περιόδους. Η πρώτη όταν ήταν στη Σμύρνη από όπου δεν υπάρχουν έργα του. Η δεύτερη από το Πήλιο και Βόλο, η Τρίτη από την επιστροφή του στη Μυτιλήνη ως τη γνωριμία του με τον Ελευθεριάδη και η τέταρτη (1929-1934) όταν ήταν στη δούλεψη του Τεριέν (Teriant) μέχρι το τέλος της ζωής του. Τότε είχε μόνιμο εργοδότη και ζωγράφιζε σε πανί αρκετούς πίνακες που σήμερα φυλάσσονται στο Μουσείο της Μυτιλήνης.







ΘΕΟΦΙΛΟΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ
ΘΕΟΦΙΛΟΣ
ΘΕΟΦΙΛΟΣ
























Η ζωγραφική του δεν έχει την κλασική προοπτική, δεν έχει βάθος. Την προοπτική την «είχε στείλει περίπατο», όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Κώστας Ουράνης. Ο Θεόφιλος, όταν ζωγράφιζε στον τοίχο ενός μανάβικου τον Αθανάσιο Διάκο και του έγινε παρατήρηση η έλλειψη προοπτικής απάντησε: "Δύο πιθαμές τοίχος, δέκα μέτρα βάθος στην εικόνα, δεν ταιριάζει. Θα βρεθεί ο Αθανάσιος Διάκος στο κουρείο" (που βρισκόταν στην άλλη πλευρά του τοίχου)».   Το έργο του δεν έχει  ούτε διαβάθμιση χρωματικών τόνων. Ότι στο έργο του φαίνεται μακρινό είναι χρωματισμένο όπως και ότι βρίσκεται κοντά. Το βάθος επιτυγχάνεται μόνο με το να ζωγραφίζει τα αντικείμενα μικρότερα. Το έργο του είναι επίπεδο όπως πχ του Ματίς ή της  βυζαντινής τέχνη. Στις πολυπρόσωπες συνθέσεις ξεχωρίζει το κεντρικό πρόσωπο με 2 τρόπους: Τον τοποθετεί στη μέση του έργου και τον μεγεθύνει. Όπως έκαναν και οι αρχαίοι αιγύπτιοι στη τέχνη τους.  Ακολουθεί μάλιστα (τυχαία και όχι επίτηδες) και την αντίληψη των αρχαίων αιγυπτίων (ως ένα σημείο) που πίστευαν ότι όλα έπρεπε να φαίνονται για να υπάρχουν.  Γι αυτό τα τοποθετούσε στη σειρά όλα. Παρατηρώντας τις μορφές των ανθρώπων του, βλέπουμε πως έχουν δυσανάλογο μεγάλο κεφάλι που όσο προχωρεί προς το σώμα, τα χέρια μικραίνουν και καταλήγει στα πόδια που μικραίνουν ακόμα περισσότερο. Τα γυναικεία πρόσωπα σχεδόν ίδια. Αντιγράφουν τα βυζαντινά πρότυπα. Τα παιδικά πρόσωπα έχουν όλα τη μορφή ηλικιωμένων. Το φόντο έντονα χρωματισμένο και διακοσμημένο με δέντρα, λουλούδια κτλ. Επίσης, για να ξεχωρίσουν όλα μεταξύ τους, χρησιμοποιούσε περιγράμματα: Μια μαύρη γραμμή.
Άλλο χαρακτηριστικό του: Σε κάθε έργο του σχεδόν, έγραφε κάτι πάνω του. Ήταν ανορθόγραφο και ασύντακτο μα τον εξυπηρετούσε για να σχολιάσει ή να επεξηγήσει το θέμα του.


ΘΕΟΦΙΛΟΣ - ΕΛΑΙΟΜΑΖΩΜΑ

«Δεν ξέρω την ιστορία όπως οι δάσκαλοι από τα βιβλία. Την ξέρω  όπως την λέει ο τόπος και τα τραγούδια του. Η ιστορία είναι άνεμος που την καταλαβαίνεις όταν την ανασαίνεις» έλεγε ο Θεόφιλος.
Ο Οδυσσέας Ελύτης έγραφε για αυτόν «Αληθινοί ελαιώνες επιτέλους, αληθινοί άνθρωποι, αληθινά πράγματα. Γι αυτόν, ισότιμα με το σώμα του Χριστού, υπάρχουν τα λιβάδια με τις ανεμώνες και τα λιόδεντρα που αφήνουν ανάμεσα στα δάχτυλα τους  να περάσει η θάλασσα».
ΘΕΟΦΙΛΟΣ

ΘΕΟΦΙΛΟΣ


ΘΕΟΦΙΛΟΣ
Ο Τσαρούχης γράφει σε ειδικό κεφάλαιο για τον Θεόφιλο στο βιβλίο του  «Αγαθόν το  εξομολογείσθαι» σελ 165: «Γίνεται ζωγράφος από ενθουσιασμό για το θέμα. Δεν ζωγραφίζει τα πράγματα μα τον ενθουσιασμό που του έδωσαν. Τα σέβεται και τα λατρεύει γιατί αυτά του δίνουν τους ενθουσιασμούς του. Ότι κάνει δεν μοιάζει πάντα με το πράγμα – τι παράλογη απαίτηση να μοιάζει το παράφορο αγκάλιασμα μας με αυτό που αγκαλιάζουμε»
(Για την ζωή και το έργο του μοναδικού Τσαρούχη ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ).
Ο Γιάννης Τσαρούχης θαύμαζε τον Θεόφιλo. Δεν τον θεωρούσε Ναΐφ ζωγράφο..  Έλεγε ο Τσαρούχης: «Τον Θεόφιλο τον παίρνω σαν ζωγράφο που με τη ζωγραφική του είπε αυτά ακριβώς που παρέλειψαν να πουν οι ανακαινιστές της ελληνικής ζωγραφικής του 19ου αιώνος, των οποίων το έμβλημα υπήρξε το "εφάμιλλον των ευρωπαϊκών"» θα γράψει. «Ο Θεόφιλος ανήκει στην αντίθετη παράταξη απ' αυτή στην οποία ανήκουν οι δάσκαλοι, οι καθαρευουσιάνοι κι οι δημοτικιστές, οι ακαδημαϊκοί κι οι μοντέρνοι, οι συντηρητικοί κι οι εξ επαγγέλματος επαναστάτες.
Είναι απ' τη μεριά των σοφών και των τρελών, παρέα με τον Σολωμό, τον παγωμένο-θερμότατο Κάλβο, τον Παπαδιαμάντη, τον αναρχικό και άκρως πειθαρχημένο Καβάφη, τον τρελό Χαλεπά, κι όλους αυτούς τους φυσικά επαναστατημένους Έλληνες, μα εξίσου φυσικά συντηρητικούς, τους Έλληνες των οποίων η ευλογημένη μεγαλομανία έσπασε τα κλουβιά του διδασκαλισμού. Δεν είναι, λοιπόν, να απορεί κανείς ότι αιώνια θα σκανδαλίζει αυτούς που θέλησαν πάντα να βολευτούν»

Κλείνοντας, θα τελειώσω με μια ρήση του ίδιου του Θεόφιλου που τον χαρακτηρίζει «Στη ζωγραφική, πρέπει όλα να φαίνονται».
Πρόκειται  για  έναν  γνήσιο  άνθρωπο  με  καλλιτεχνική  ψυχή,  που  στόλισε και  ομόρφυνε  την  ζωή   στο  πέρασμα  του  από  αυτήν.  Μια  ψυχή  που  την  σμίλευσε  ο  πόνος  και εκφράστηκε    με  τραγούδι  και  ζωγραφική.

ΜΑΡΙΑ ΟΥΖΟΥΝΟΓΛΟΥ  

Και η βιογραφία του Θεόφιλου αν θέλετε να την δείτε στο βίντεο απο το κανάλι μου στο youtube   ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ


Σε όσους αρέσει η  δημοσίευση πατήστε απο κάτω το κουμπάκι "Μου αρέσει".  Και αν θέλετε, μπείτε στον κόπο να το κοινοποιήσετε στους φίλους σας. Γιατί τα καλά πράγματα πρέπει να τα μοιραζόμαστε. Και αυτό δεν κοστίζει τίποτα.
Πολλοί με ρωτάτε τον τρόπο που γίνεται κανείς μέλος εδώ στο μπλοκ. Πηγαίνετε δεξιά κάτω από την φωτο μου που λέει «Γίνετε μέλη» Πατήστε πάνω και γράφεστε. Είναι πολύ εύκολο και πολύ ενισχυτικό για μένα ψυχολογικά και μόνο αφού δεν έχω διαφημίσεις για άλλο κέρδος. 


Παρασκευή 17 Ιουλίου 2015

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ ΓΚΙΚΑΣ

Ο Γκίκας παιδί
Ο μικρός Γκίκας με τους γονείς του
Ο  Νικόλαος Χατζηκυριάκος Γκίκας γεννήθηκε  στην  Αθήνα  στις 26/2/1906. Το διαμέρισμα που γεννήθηκε βρισκόταν  στην οδό Κοραή, ακριβώς πάνω  από το  βιβλιοπωλείο Εστία. Μοναχοπαίδι από εύρωστη οικογένεια  με  πολύ ισχυρές γνωριμίες. Κυρίως πολιτικές, η  οποίες  ήταν  το  στήριγμα  της  καριέρα  του. Ο πατέρας του, Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος, καταγόταν από οικογένεια  καπεταναίων  από  τα Ψαρά, με δυναμική  παρουσία  από τον 18ο αιώνα. Από το 1916-1918 διετέλεσε αρχηγός στόλου. Κατά την Μικρασιατική καταστροφή, ο Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος, ήταν αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού και είχε αναλάβει την αναδιοργάνωση του  και  είχε αναλάβει πολλές φορές το Υπουργείο Ναυτιλίας.  Ήταν  ένας  αυταρχικός  πατέρας  που  σημάδεψε βαθιά τον μικρό Νικόλαο. Ο ζωγράφος τον περιγράφει: «Ήταν θυμώδης, που τρόμαζε όλο τον κόσμο…… ένα είδους σατράπη μέσα στο σπίτι.» και αλλού τον περιγράφει «Ήταν σαν μπαμπούλας».  
Ο μικρός Γκίκας με την ευρύτερη οικογένεια
Ο Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας παιδί
Προσωπογραφία γιαγιάς του Γκίκα,1922


Αυτοπροσωπογραφία Γκίκα 1921
Διηγείται μάλιστα ένα περιστατικό όπου ενώ καθόταν μικρός στο περιβόλι του εξοχικού του, ξαφνικά, ανοίγει η πόρτα της κουζίνας και βλέπει  να  πετιόνται   από  τον  πατέρα  του  έξω όλα τα έπιπλα  και   να  σπάνε με  πάταγο,  ενώ  συνέχιζε  να  τα  κλωτσάει   έξαλλος και να  τα  πετάει   με ορμή στο περιβόλι. Ο μικρός αναφέρει ότι είχε μείνει αποσβολωμένος. Όλοι  φανταζόμαστε  τον  τρόμο  του  παιδιού. Και  επειδή  ένιωθε  αδύναμος  να  παλέψει  με  τον  τρόμο  της  βίας  του  πατέρα  του,  κατέληξε  να  ενστερνιστεί την  αποτελεσματικότητα  της.  Θαύμαζε  τον  πατέρα  του  για  το  βίαιο  ταπεραμέντο  του. «Ήταν πάρα πολύ δυναμικός,  μου έκανε εντύπωση και τον λάτρευα»,  έλεγε. Από εκεί και μετά, ο Νίκος λάτρευε ότι έμοιαζε με τον πατέρα του. Από ανθρώπους ως και καθεστώτα, όπως για παράδειγμα την δικτατορία στην Ελλάδα. Η μητέρα του Νίκου αντιθέτως, ήταν «γλυκιά και μορφωμένη», «ήρεμος άνθρωπος με μεγάλη ευαισθησία. Αυτή η ευαισθησία την έκανε να φαίνεται κάπως κρύα και αυτό εξηγείται από τον χαρακτήρα του πατέρα μου που ήταν βίαιος και δυναμικός και έτσι η μητέρα μου ήταν υποχρεωμένη να κρατά μια στάση πιο κλειστή, όπως άλλωστε και εγώ. Αυτή η βιαιότητα που είχε ο πατέρας μου, με έκανε εμένα να είμαι μάλλον ήρεμος, μάλλον κλειστός..» μας λέει σε συνέντευξη του στην ΕΡΤ στην εκπομπή Μονόγραμμα το 1984. Η μητέρα του καταγόταν από πλούσια οικογένεια με πολλά καράβια στην κατοχή τους επί τουρκοκρατίας. Και για την ιστορία, ένας πρόγονος της  οικογένειας  το 1821, ο Γιάννης Γκίκας, συμμετείχε ενεργά στον αγώνα της ελευθερίας της Ελλάδος με τα καράβια του και προσέφερε ένα πολύ μεγάλο ποσόν για τον σκοπό, έχοντας απέναντι του τον πατέρα του. Όμως απειλώντας τον ότι θα κάψει το σπίτι του,  ο Γιάννης κατάφερε να τον πείσει να συμμετάσχει στον αγώνα.
Σόνια, 1923, Γκίκας
Δ. Αντωνοπούλου, Γκίκας (επιρροή απο Ματίς)

Γυμνό μοντέλο στον καναπέ,1925. ) Γκίκας το κατέστρεψε 
Ο Νικόλαος Γκίκας αναφερόταν συχνά στα παιδικά του χρόνια.  Στον πατέρα του, τη μητέρα του, το εξοχικό τους στην Ύδρα που περνούσαν τα καλοκαίρια, τις μεγάλες τους βόλτες στο τότε πανέμορφο Φάληρο, την ανείπωτη απογοήτευση του πατέρα  του όταν έμαθε από τους  γιατρούς ότι ο γιός του δεν θα μπορούσε να γίνει αξιωματικός σαν και αυτόν λόγω μυωπίας.
Η κλίση του Νίκου για την ζωγραφική εμφανίστηκε από τεσσάρων ετών. Η πρώτη αναγνώριση  των σχεδίων του ήρθε από τον πατέρα του. Καθοριστική στιγμή. «Τον εντυπωσίασα!!» μας λέει ο ίδιος,  πηδώντας  από  την  χαρά  του  για  την  αναγνώριση  του από  τον  σκληρό  και  βίαιο  πατέρα  του. Μετά  από  αυτό,   κατευθύνθηκε  στην  ζωγραφική.  Στα έξι του, είχε μετατρέψει την ντουλάπα του σε σκηνικό.  Συγγενείς, φίλοι, γείτονες, όλοι  ενίσχυσαν το  παιδί  του  ισχυρού   πατέρα  γιατί  εκτός  των  άλλων τους   βοηθούσε  το  να του  γίνονται  αρεστοί.  Έτσι  έδειχναν  τον  θαυμασμό στον  γιο  για  το εγχείρημα του και του έδιναν παραγγελίες με αντάλλαγμα  «έναν μπακλαβά ή ένα κουτί σοκολάτες, ένα βιβλίο ή μολύβια,  τετράδια  ή  και  φωτογραφίες με έργα τέχνης».

Αυτοπροσωπογραφία Γκίκα, 1925
Έντεκα χρονών κάνει την πρώτη του έκθεση ζωγραφικής στο σπίτι του σε πολύ στενό κύκλο. Πούλησε όλα τα έργα του στους συγγενείς  και μάλιστα πάνω από 35 δεκάρες το καθένα. Και  στο σχολείο  οι δάσκαλοι του τον επιβράβευαν. Οι γονείς του πλήρωσαν δάσκαλο ζωγραφικής να τον διδάξει. Ήταν ο Βασίλης Μαγιάσης, θαλασσογράφος, τοπιογράφος. Έκαναν μόνο 3 μαθήματα στην ύπαιθρο. Του έδειξε  υποτυπώδες σχέδιο  και ως προς το χρώμα, πώς να χειρίζεται την λαδομπογιά. Δυο χρόνια μετά, το 1919 γράφεται στο λύκειο Janson de Sailly στο Παρίσι. Το 1920 επιστρέφει για λόγους υγείας. Εγγράφεται στο Λεόντειο Λύκειο και κάνει μαθήματα σχεδίου με τον γάλλο ζωγράφο (ζωγράφο ζώων) Paul Jouve. Εκείνη τη χρονιά ταξιδεύουν οικογενειακώς στην Κωνσταντινούπολη,  επισκέφτηκε τα μουσεία της, της εκκλησίες της, θαύμασε τα μνημεία της και παράλληλα τον αναλαμβάνει  στο  σχέδιο ο ακαδημαϊκός και αρχιτέκτονας Βασίλης Κουρεμένος,  ένας   πολύ στενός οικογενειακώς τους φίλος.


Η ανοιχτή πόρτα, 1927, Γκίκας,
επηρεασμένος απο τον Γζιορτζιο ντε Κίρικο 
Εξάρτηση στρατιώτη 2, 1929, Γκίκας
επιρροές απο κυβισμό

Γυναίκα που νοιάζεται, 1931, Γκίκας
 Μέσω τον γνωριμιών της οικογένειας του, ο Νίκος γνωρίζει τον Κωνσταντίνο Παρθένη το 1921 και όπως λέει ο ίδιος, μέσω αυτού του δασκάλου «εισήχθη εις την τέχνη από την μεγάλη πόρτα». Έκανε 10 μαθήματα που του άνοιξαν τους ορίζοντες για το φώς και τα αντικείμενα, το γεωμετρικό σχέδιο και τα χρώματα. Έχει αξία να αναφέρω τα λόγια του Παρθένη σχετικά,  μας  λέει. «Στα αντικείμενα, δεν υπάρχει ένα γεωμετρικά εξακριβωμένο σχέδιο,  γιατί  η  φόρμα  του   αλλοιώνεται  στα  μάτια  μας  από τον φωτισμό… Ένα αντικείμενο που το φώς πέφτει πάνω του αποκτά μεγαλύτερες διαστάσεις  στα  μάτια  μας  και  στο  τελάρο,  από εκείνες που πραγματικά έχει. Οι διαστάσεις λοιπόν, μεγαλώνουν και μικραίνουν ανάλογα με το φώς». Αυτό δεν συμβαίνει και με τους ανθρώπους  στην  πραγματική  ζωή;





Τρία τσαμπιά, Γκίκας, 1931

Μπουγάδα, Γκίκας 1936
Ζώα, 1936, Γκίκας επηρεασμένος απο τον Πικάσο

Χαρταετοί, 1936, Γκίκας
Το  1922  παίρνει το μπακαλορεά από την  Λεόντειο. Γράφεται στην  φιλοσοφική Αθηνών αλλά δεν φοιτά. Φεύγει  για  το Παρίσι και εγγράφεται στην φιλοσοφική  της  Σορβόννης.  Σπουδάζει Γαλλική, Ελληνική  φιλολογία και αισθητική,  γιατί  από μικρό του άρεσε η λογοτεχνία και  έγραφε. Παράλληλα με τις σπουδές του, παρακολουθούσε εκθέσεις  τέχνης.  Έγραφε μικρά δοκίμια ηθικού ή κοινωνικού περιεχομένου, εισαγωγές σε βιβλία αλλά και κριτικές που δημοσίευε  ο καθηγητής του  Roussel  στο περιοδικό Libre.  Ένα από αυτά είναι μια κριτική δυσμενέστατη για το ποίημα  του Βάρναλη «Το φως που καίει».  Εκείνη τη περίοδο ξεκινά να γράφει 2 μυθιστορήματα. Ήταν  τρόπος έκφρασης όπως μας λέει. Τα ολοκληρωμένα  λογοτεχνικά του έργα συγκεντρώνονται στα βιβλία «Καραγκιόζ», «Τα όνειρα», «Το χαλί που παίζαμε».
Φοιτά  και στην ελεύθερη ακαδημία  τέχνης του Ranson όπου εκεί η  τεχνοτροπία βασιζόταν στις αρχές του Θεοτοκόπουλου (για να δείτε τη βιογραφία του πατήστε εδώ) , του Σεζάν (για να δείτε τη βιογραφία του πατήστε εδώ) και του Πουσίν. Εκεί είχε δάσκαλο του στην χαρακτική τον Δημήτρη Γαλάνη όπου συνέχισε τα μαθήματα μαζί του και μετά το 1926 που αποφοίτησε. 
Σύνθεση με σπίτια της Ύδρας, 1939, Γκίκας
Τραπέζι με λουλούδια, 1938 Γκίκας
με καθαρή επιρροή απο Μπράκ
Έργο του Μπρακ που επηρέασε τον Γκίκα


Νικηφόρος, 1938, Γκίκας
καθαρή επιρροή απο Πικάσο
 Ο Γκίκας καλλιεργούσε επαφές με πάρα πολύ πλούσιους αστούς  και ανθρώπους της  τέχνης. Ήταν ένας νέος με ιδιαίτερα αριστοκρατικό ύφος, φορούσε πανάκριβα ρούχα και κυκλοφορούσε με ένα πολύ ακριβό μπαστούνι όπως συνήθιζαν οι αριστοκράτες. Βαθιά φιλία είχε με τον γιατρό Άγγελο Κατακουζηνό, επισκεπτόταν συχνά τον φιλότεχνο Νίκο Μαζαράκη εξ Αιγύπτου, και είχε καθημερινές συναντήσεις για χαρτιά, τάβλι και κουβέντα με τον Βάρναλη όπου σε μια από αυτές ο ποιητής του λέει «Βρε ποιος είναι αυτός ο Χατζηκυριάκος;  Θα τον ξέρεις εσύ. Βρε τον άτιμο, μου έγραψε μια κριτική για το μεγάλο μου ποίημα που έγραψα με το επώνυμο Δήμος Τανάλιας στην Αλεξάνδρεια το 1922 «Το φώς που καίει»… Ήθελα να ξέρω ποιος  είναι αυτός. Γι’ αυτό σε ρωτώ μήπως τον ξέρεις που έχετε το ίδιο όνομα». Ο Νίκος του απαντά «Πώς δεν τον ξέρω αφού εγώ είμαι που  το  έγραψα. Και μάλιστα είχα την εντύπωση πως έγραψα μάλλον με επιείκεια μια καλή κριτική, ευνοϊκή δηλαδή.». Ο Βάρναλης έμεινε εμβρόντητος.

Το 1925 αναπτύσσει ερωτική δεσμό με την ασθενικής σωματικά φύσης ποιήτρια  Τίγκη ή αλλιώς Αντιγόνη Μπούμπουλη. Την πήγαινε στους καλύτερους γιατρούς της εποχής του.
Στην Γαλλία ο Γκίκας γνώρισε τους εκπροσώπους  της μοντέρνας τέχνης. Τα μεγαλύτερα ονόματα: Ματίς, Πικάσο (για τη βιογραφία του πατήστε εδώ), Μπρακούνσι, Μούρ κτλ.. Ο ελληνικής καταγωγής  κριτικός τέχνης Cristian Zervos ανέλαβε την ανάδειξη του στον χώρο. Εξέθετε έργα του στην γκαλερί του και παρουσίασε έργα  του στο περιοδικό του  Cahiers d’Art όπως και άρθρα του Γκίκα για την τέχνη.  Είχε συχνή συμμετοχή στα σαλόνια των Ανεξάρτητων και των Υπέρ ανεξάρτητων, όπως  ήθελαν  να  λέγονται.  

Πορτρέτο νέας, 1942, Γκίκας
Πορτρέτο τραπεζίτη, 1943, Γκίκας

Ο Χατζηκυριάκος Γκίκας νεαρός
Η πρώτη του έκθεση έγινε στην γκαλερί Percier το 1927. Την έκθεση επισκέφτηκε και ο Πικάσο. Η  αναγνώριση  ήρθε  εύκολα.  Ο γαλλικός τύπος γέμισε με καλές  κριτικές  για  τον Γκίκα.  Οι συλλέκτες έτρεχαν να αγοράσουν έργα του καθώς ο μέγας κριτικός τέχνης  Maurice  Raynal  τον εξυμνούσε.
Το 1928  ο Γκίκας γυρίζει στην Ελλάδα. Παρουσιάζει τα έργα του στο κοινό της Αθήνας. Εκεί θα τον επισκεφτεί ο Δημήτρης Πικιώνης (αρχιτέκτονας). Γίνονται φίλοι και ο Νίκος σταδιακά θα επηρεαστεί στο έργο του από τον Πικιώνη.
Απρίλη του 1929 παντρεύεται την Τίγκη που ήταν αρκετά χρόνια μεγαλύτερη του, πράγμα που δυσανασχετούσε τους γονείς του και έφερναν αντιρρήσεις για αυτό τον γάμο. Ο ίδιος την έβρισκε δυναμική και ταλαντούχα. "Ήταν πολύ έξυπνη, αισθανόταν, είχε δηλαδή μιαν αυθόρμητη γνώση". Σχεδόν αμέσως εγκαθίστανται στη Γαλλία μέχρι το 1934. Ο Γκίκας εκθέτει αρκετά συχνά έργα του σε Αθήνα και Παρίσι.
Πορτρέτο Γ. Τσάτσου, 1943, Γκίκας
Αυτοπροσωπογραφία Γκίκα, 1942


Σπίτια στο Λονδίνο, 1945, Γκίκας
1934.  Είκοσι οχτώ χρονών γυρίζει στην Ελλάδα και μέχρι το 1940 εγκαθίσταται στο πατρικό του. Είχε πια πανευρωπαϊκή φήμη αφού τον συμπεριλάμβαναν σε λευκώματα  μαζί με τον Πικάσο, τον Καντίνσκυ( για να δείτε την βιογραφία του πατήστε εδώ), Τον Τζίορτζιο ντε Κίρικο, τον Τζιακομέτι, Μιρό κτλ..   Στην Ελλάδα όχι μόνο αδιαφορούσαν για την μοντέρνα τέχνη, αλλά ήταν και αρνητικό το κλίμα ως προς αυτήν. Ο Γκίκας θέλει να κάνει τα πάντα για να την κάνει γνωστή. Εξ’ άλλου, με αυτήν είχε διακριθεί στο εξωτερικό. Συνέπεσε το γνωστό αίτημα της γενιάς του ’30 για την ελληνικότητα. Αναπτύσσει σχέσεις ανάλογες ως προς αυτόν τον αγώνα. Ζωγράφους και ποιητές. Παλαμάς, Ελύτης, Θεοτοκάς, Εμπειρίκος, Σεφέρης, Henri Miller… Το μεγάλο του εξοχικό στην Ύδρα γίνεται ο τόπος συνάντησης τους όπου συζητούσαν ατέρμονα για την αρχαία Ελλάδα,  το Βυζάντιο και τις επιρροές του στο σήμερα. Ο Γκίκας, μέσα σε αυτήν την ατμόσφαιρα θα εκδώσει μαζί με τους Πικιώνη, Σπύρο Παπαλουκά, Στρατή Δούκα και Σωκράτη Καραντίνο  το περιοδικό «Τρίτο Μάτι». Στόχος τους ο πλουραλισμός.
Γκίκας φαντάρος
Παράλληλα, Γκίκας και Πικιώνης κινούνται στην κατεύθυνση να σώσουν κάποια νεοκλασικά κτήρια  και   να αναδείξουν την λαϊκή τέχνη. Αποτυχία πλήρης.
Το 1937, ο Γκίκας κερδίζει το αργυρό  μετάλλιο στην Παγκόσμια έκθεση στο Παρίσι. Δραστηριοποιείται σκηνογραφικά. Πρώτα στο έργο του Σαίξπηρ «Όπως αγαπάτε» όπου ανέλαβε σκηνικά και κουστούμια στο θέατρο Κοτοπούλη, έπειτα σε έργο του Μολιέρου κτλ…
Το 1938 εικονογραφεί την ¨Οδύσσεια» του Καζαντζάκη.
1940. Ο πόλεμος. Επιστρατεύεται στην Μηχανική Υπηρεσία Στρατού.
30 Ιανουαρίου 1942 εκλέγεται καθηγητής στη σχολή αρχιτεκτόνων ΕΜΠ ομόφωνα. Ο Πικιώνης τον είχε βοηθήσει καθοριστικά σε αυτό.




Συκιά, 1951, Γκίκας
πατέρας του Γκίκα, 1948, Γκίκας


Εραστές, 1946, Γκίκας
Δεκέμβρης 1945. Ο Γκίκας ταξιδεύει στην Γαλλία. Θα επικεντρωθεί στην διεθνή του καριέρα. Στην Αθήνα σκηνογραφεί παράλληλα σε μεγάλες παραστάσεις του Εθνικού.
Ταξιδεύει στην Αμερική και έπειτα το 1958 στην Άπω Ανατολή που γοητεύεται! Από καθηγητής πολυτεχνείου παραιτείται. Βαριέται λέει να διδάσκει τα ίδια και τα ίδια. "Η επανάληψη είναι βαρετό πράγμα".  Ίσως  να  μην  ένιωθε  ότι  είχε  κάτι  σημαντικό  να  τους  μεταφέρει,  αλλά  πρέπει να  υπολόγισε  και  ότι  ο μισθός του ήταν λιγοστός σε σχέση με τα κέρδη του από τις εκθέσεις στο εξωτερικό. Ο ζωγράφος Τέτσης (που σχεδόν συνομήλικος του και αυτός καθηγητής την ίδια περίοδο) μας λέει πως σαν δάσκαλος ο Γκίκας «δίδασκε την πειθαρχία και την αυστηρότητα».

Ανάμεσα στα γεύματα, 1953, Γκίκας
Καλλιγραφία μιας πόλης, 1962, Γκίκας

Νίκος και  Barbara Γκίκα, John Craxton, Patrick Leigh Fermor
 και Joan Fermor (Ύδρα 1958)
Το 1959, ο Γκίκας γνωρίζει την ήδη 2 φορές παντρεμένη Barbara Warner. Ο πρώτος της άντρας ήταν ο Victor Rothschild. Η Barbara είχε ένα γιο με τον Victor που ήταν πρόεδρος της Εθνικής Πινακοθήκης της Αγγλίας. Ο πατέρας και ο αδελφός της ήταν μεγαλοδικηγόροι και επικεφαλείς της μεγαλύτερης γκαλερί στο Λονδίνο και η μητέρα της ήταν φίλη με τα πιο ισχυρά πρόσωπα και μέλος των πιο σπουδαίων καλλιτεχνικών κύκλων. 
Το  1961  χωρίζει  την Τίγκη  για  να  παντρευτεί την Barbara και να μπει στους μεγαλύτερους και ισχυρότερους οικονομικά, κοινωνικά και καλλιτεχνικά κύκλους. Γνωρίζει τον Φράνσις Μπέικον, τον Λούσιαν Φρόιντ και άλλους… Όλες οι γκαλερί της Αγγλίας του άνοιγαν αμέσως τις πόρτες τους όπου συμμετείχε με έργα του και του έδιναν και άλλο χρήμα και άλλες γνωριμίες και άλλη δύναμη και βέβαια αποδοχή από τους κριτικούς τέχνης. 
Κήπος με κρεμασμένα σεντόνια, 1954, Γκίκας
Περιστροφικό τοπίο, 1957, Γκίκας

Ο ουρανός, 1965, Γκίκας
Το κύμα 2, 1966, Γκίκας



Στην Καρδαμύλη, 1971, Γκίκας
Εκείνη την εποχή, 6/12/1961,  το αρχοντικό του στην Ύδρα πιάνει φωτιά και κάηκε ολοσχερώς και όσα έργα του είχε μέσα. Ίσα που το είχε ανακαινίσει. Ο Γκίκας συνετρίβει γιατί ήταν το σπίτι των παιδικών του χρόνων. Ήταν οι αναμνήσεις του.
Παράλληλα με όλες τις δράσεις του, ο Γκίκας εικονογραφεί το 1966 «Τα ποιήματα» του Καβάφη.
Το 1968 ήταν μια ξεχωριστή χρονιά για αυτόν. Στο Λονδίνο, στη γκαλερί Whitechapel  οργανώθηκε προς τιμήν του (χάρη στον φίλο του Bryan Roberson) μια πολύ μεγάλη αναδρομική έκθεση του με 100 έργα του. Επισφραγίστηκε έτσι η  αναγνωσιμότητα του στο ευρύ αγγλικό κοινό. 
1969 εικονογραφεί την «Αμοργός» του Γκάτσου με 4 σχέδια.
1970 εικονογραφεί το «Δάφνις και Χλόης» με 5 ακουαρέλες.
Από εδώ και πέρα, ο Γκίκας εξέθετε έργα του σε Ελλάδα και Αγγλία.
Μυστράς, 1973. Γκίκας
Σπίτια σε ξηρό τοπίο 2, Γκίκας, 1978
Εξοχή 1, 1979


Ελιές στον άνεμο, 1980 Γκίκας
Το 1971 (επι χούντας)  του απονέμεται το Αριστείο Καλών Τεχνών της Ακαδημίας των Αθηνών. Το 1974 γίνεται τακτικό μέλος της.
Το 1973 (επί χούντας) έγινε ο πρώτος καλλιτέχνης που η Εθνική Πινακοθήκη  οργανώνει αναδρομική έκθεση με 164 έργα του. Το αιτιολόγησε λέγοντας ότι παλιότερα δεν υπήρχε χώρος για τέτοιες αναδρομικές στην Πινακοθήκη, ότι γενικότερα έχει αλλάξει η νοοτροπία για τους νεωτεριστές όπως τον ίδιον, και ότι αφορμή για αυτή την αναδρομική στάθηκε η απονομή του αριστείου από την ακαδημία που αναφέραμε ήδη.


Πιθάρι σε κήπο, 1980, Γκίκας
Αντανακλάσεις αντανακλάσεων, 1980, Γκίκας

Η Μπάρμπαρα στην Ύδρα, 1979, Γκίκας
Κωσταντίνος Καραμανλής, 1981, Γκίκας


Ο Γκίκας μέχρι να πεθάνει, μονοπωλούσε. Και άλλες τιμές, και άλλες εκθέσεις, τα έργα του μπήκαν σε μεγάλες συλλογές και μουσεία της Ελλάδας και του εξωτερικού.
Πεθαίνει το 1994 σε ηλικία 88 ετών στο σπίτι του στην Κριεζώτου αριθμός 3, όπου σήμερα είναι εκθεσιακός χώρος των έργων του, του ατελιέ του κτλ. σε συνεργασία με το Μουσείο Μπενάκη. Πρέπει να είναι πανέμορφος χώρος!





Ο Γκίκας και ο Patrick Leigh Fermor στο εργαστήρι
του Γκίκα στην Ύδρα, 1955
Κώστας Βάρναλης (αριστερά), Γκίκας  και
Στρατής Ελευθεριάδης (Τεριάντ) στο Παρίσι το 1923


Ο Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας 
Τελειώνοντας  την βιογραφία του Γκίκα, διερωτώμαι (όπως  κάνω  για  κάθε  καλλιτέχνη) τι είναι αυτό που άφησε ο Γκίκας με το έργο του και την ζωή του στους  συγχρόνους  του  αλλά  και τις επόμενες γενιές;  Σε  τι  έγινε  καλύτερος,   δικαιότερος,    πιο  όμορφος  και  υποφερτός ο  κόσμος  μας  με  την  ζωή  και  το  έργο  του,  ποιοι  άνθρωποι  βοηθήθηκαν  από  αυτόν  να  γίνουν  καλύτεροι και  να  το  μεταφέρουν  στον  κόσμο  με  την  δική  τους  ζωή  και  το  έργο  τους;  Αυτό  που  είναι  το  σημαντικό,  δεν  αναφέρεται  πουθενά  στην  βιογραφία  του  και  γενικότερα  στις  περισσότερες  βιογραφίες καλλιτεχνών. Αναρωτιέμαι  αν  για  τον  Γκίκα  η  τέχνη  του   ήταν  αποκλειστικά  το  μέσον  για  την  αυτοπροβολή  του  που  προωθήθηκε    από  τις  γνωριμίες  του.  Μπορεί γι 'αυτόν  η  τέχνη  του  να   ήταν   αυτοσκοπός  ή  απλά  ένας  τρόπος  έκφρασης  που  είχε  την  ευκαιρία  να  τον   μοιραστεί  με  πολύ  κόσμο  λόγω  των  γνωριμιών  του. Δεν  μπορεί  να  είναι  μεμπτό  να  μοιράζεται  κανείς  την  αλήθεια  της  ψυχής  του  με  τους  άλλους  εκφρασμένη  με  την  τέχνη,  όμως  χρειάζεται  να  καταφέρνει  να  εξασφαλίσει  την  ίδια  ευκαιρία   να  παρουσιάσουν  και  την  δική  τους  αλήθεια όλοι  όσοι  μιλούν  με  την  τέχνη,  αφήνοντας  τον  κόσμο  να  αποφασίσει  ποια  τέχνη  στηρίζει  την  ζωή  με  το  περιεχόμενό  της. Αλλιώς είναι  σαν  να  θέλει  να  επιβάλει  την  δική  του  αλήθεια,  την  φωνή  του  σαν  την  μοναδική  αλήθεια  και  φωνή  που  υπάρχει.   Έτσι  λειτουργεί  ο  κόσμος  μας.    

Ίσως  να  είχε  την  αφέλεια όπως  σχεδόν  όλοι  μας,  να  νομίζει  ότι  προσέφερε  στον  πολιτισμό.  Μπορεί  όμως  να  εννοηθεί  πολιτισμός  χωρίς  να  εμπεριέχει  την  έννοια  του  ανθρωπισμού  με  την  ευρεία  του  έννοια,  την  πνευματική  διάσταση;  Ή  αλλιώς,  στον  πολιτισμό,  μπορούν  να   έχουν  μεγαλύτερη  αξία   τα  πράγματα  από  τον  άνθρωπο,  που  είναι  η  ίδια  η    ζωή;  Γιατί  η  τέχνη  όταν  αποσυνδέεται  από  το  να  νοηματοδοτεί   την ζωή  του  ανθρώπου  προς  το  ιδανικότερο,  στην  ολότητα  της,  χάνει  την  πνευματική  της  διάσταση.  Καταλήγει  πράγμα  στα  χέρια  του  ανθρώπου  που   μπορεί  να  το  χρησιμοποιεί για  την  αυτοπροβολή του,  μόνο  επειδή    υπήρχε  κάποιος     Καντίσκυ,  Βαν  Γκογκ (για την βιογραφία του πατήστε εδώ) και  άλλοι,  που  της  έδωσαν  αξία  μέσω  της  πνευματικής  διάστασης  του  έργου  τους  και  της  ζωής  τους.   Αυτήν  την  έννοια  της  αξίας  μπορεί  μετά  να  χρησιμοποιεί   ο  καθένας  μας  ξεδιάντροπα  προς  δόξα  του  και  να  την  ονομάζει  τέχνη  χωρίς  το  πνευματικό  της περιεχόμενο.   Για  τις  παραπάνω σκέψεις  μου  σας  παραπέμπω  στην  βιογραφία  του  μεγάλου  Τσαρούχη (πατήστε εδώ!) που  λέει  ότι  βραβεύεται  στην  τέχνη  κάποιος  καλός καλλιτέχνης για   να  της  δώσει  αξία,  για  να  στεφανώνονται  στην  συνέχεια  με  τις  δάφνες  της   όσοι  καλλιτέχνες   περιορίζουν  την  τέχνη τους  σε  αυτοσκοπό  για  την  προβολή  τους.    
Νικόλαος Χατζηκυριάκος Γκίκας

Ν. Χ, Γκίκας στο ατελιέ του
Κυκλοφορεί  το  εξής  ερώτημα:  Σε  περίπτωση  πυρκαγιάς,  τι  θα  σώζατε  αν  είχατε  να  επιλέξετε  από  την  μια  ένα  αναγνωρισμένο  μεγάλης  αξίας  έργο  τέχνης,  όπως  Ρέμπραντ (για τη βιογραφία του πατήστε εδώ) ή  Βαν  Γκογκ  και  από  την  άλλη  μια  γάτα  που  αντιπροσωπεύει  ας  πούμε   την  ελάχιστη ζωή,  για  να  μην  πούμε  άνθρωπο  που  είναι  η  κορωνίδα  της  ζωής;

Οι  πιο  ξιπασμένοι από  μας,  για  να  φανούμε  πολιτισμένοι,  απαντούμε ότι  θα  επιλέγαμε  το  έργο   και  με  την  επιλογή  μας  αυτήν  καταργούμε   τον  πολιτισμό  που  τάχα  μου  θέλαμε  να  υπερασπιστούμε.  Γιατί  το  έργο τέχνης  αντιγράφει  την λειτουργία  της  ζωής,  προϋποθέτοντας  την  ύπαρξη  της,  όπως  την εκλαμβάνει  η δυναμική  του  ψυχισμού  του  καλλιτέχνη  και  μας  την  παρουσιάζει   η  δυναμική  της  έκφρασης  του.   Αλλά  το  έργο  δεν  είναι  η  ίδια  η  ζωή η  οποία  χρειάζεται  να προϋπάρχει   του  έργου  και  έχει  την  ύψιστη  αξία.
Πολιτισμός  χωρίς  σεβασμό  στην  ζωή και   στην  έκφραση  της  ολότητας  της  αλήθειας  της    νοείται;  Δεν  είναι  σαν  να  σκοτώνουμε  την  ζωή  όταν  αναγνωρίζουμε   το  μέρος  της  αλήθειας   σαν  την  ολότητα  της;  
Ν. Χ. Γκίκας

Και η έκπληξη ήρθε αφού τελείωσα την παρουσίαση της βιογραφίας του. Βρήκα ένα βίντεο από το αρχείο της ΕΡΤ και την εκπομπή Παρασκήνιο το οποίο αναιρεί τις υποθέσεις που είχα κάνει για τον Γκίκα που προέκυπταν από το ιστορικό του. Για παράδειγμα μετά το ένατο λεπτό λέει ο ίδιος ότι «Οι εποχές παρακμής είναι εκείνες οι οποίες τοποθετούν το αντικείμενο πιο ψηλά από τον άνθρωπο..»!! Σας παραθέτω το βίντεο (πατηστε εδω), όπως και άλλα δυο που μιλά ο ίδιος για τον εαυτό του και την τέχνη.
Για το πρώτο και δεύτερο βίντεο πατήστε εδώ και εδώ . 


ΜΑΡΙΑ  ΟΥΖΟΥΝΟΓΛΟΥ  ΖΩΓΡΑΦΟΥ

Σε όσους αρέσει η  δημοσίευση πατήστε απο κάτω το κουμπάκι "Μου αρέσει"
Και αν θέλετε, μπείτε στον κόπο να το κοινοποιήσετε στους φίλους σας. Γιατί τα καλά πράγματα πρέπει να τα μοιραζόμαστε. Και αυτό δεν κοστίζει τίποτα.

Πολλοί με ρωτάτε τον τρόπο που γίνεται κανείς ΜΕΛΟΣ εδώ στο μπλοκ. Πηγαίνετε δεξιά κάτω από την φωτο μου που λέει «Γίνετε μέλη» Πατήστε πάνω και γράφεστε. Είναι πολύ εύκολο και πολύ ενισχυτικό για μένα ψυχολογικά και μόνο αφού δεν έχω διαφημίσεις για άλλο κέρδος.






Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...