Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ, Ο ΚΟΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (GIANNIS TSAROUXIS BIG GREEK PAINTER)




Τσαρούχης
Ο Γιάννης Τσαρούχης γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου του 1909 (παλιό ημερολόγιο) και  σύμφωνα  με το νέο ημερολόγιο στις 13 Ιανουαρίου 1910. Ήταν ο δεύτερος γιός του Αθανάσιου Τσαρούχη, μεγαλέμπορου σε είδη κιγκαλερίας που καταγόταν από την Αρκαδία. Η μητέρα του λεγόταν Μαρία Μοναρχίδη   και καταγόταν από τα ηρωικά Ψαρά   όπου οι δικοί της σαν πρόσφυγες κατέφυγαν στη Σύρο.   Το νεοκλασικό που γεννήθηκε ο μικρός Τσαρούχης ήταν στην οδό Λουκά Ράλλη και λεωφόρο  Γεωργίου και σήμερα δεν υπάρχει. Το ταβάνι της τραπεζαρίας του πρώτου σπιτιού του μικρού Τσαρούχη ήταν ζωγραφισμένο από έναν Ιταλό καλλιτέχνη και αναπαριστούσε τον Αδάμ και τον Θεό του Μικελάντζελο (για το έργο αυτό ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ . Ενώ στο δωμάτιο της μάνας του υπήρχε η αλληγορία της Άνοιξης του Μποτιτσέλι ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ .  Όλα αυτά τα έργα του προκαλούσαν «σεβασμό, κατάπληξη  αλλά   και πλήξη».







Τσαρούχης 7 χρονών (1917)
Ο Τσαρούχης 17 χρονών
Η μάνα του Τσαρούχη

Ο Τσαρούχης ως χορευτής με το Λύκειο
Ελληνίδων πάνω σε ενα γαϊδουράκι

























Ο Τσαρούχης παιδί


Ο Γ. Τσαρούχης ζωγραφίζει
Μικρός ήθελε να γίνει ακροβάτης ή δεσπότης, αλλά ποτέ δε σκεφτόταν να γίνει ζωγράφος αν και συνεχώς ζωγράφιζε με παστέλ σε μεγάλα χαρτόνια. Εξάλλου, οι γονείς του τον εμπόδιζαν. Η μάνα του θεωρούσε ότι λερώνει το σπίτι με τη ζωγραφική, και ο πατέρας του ότι δεν είναι σοβαρά αυτά που κάνει. Τον ήθελε  δικηγόρο ή  χημικό. 
Από το 1920 που ο Τσαρούχης ήταν 10 χρ. και μέχρι το 1925, επειδή οι γονείς του αναγκάστηκαν να ταξιδέψουν στη Ελβετία προς χάρη της άρρωστης μικρής τους κόρης, φιλοξενήθηκε μαζί με τον μεγάλο του αδελφό Μάριο στη πολυτελή βίλα της θείας του (αδελφή της μάνας του) Δέσποινας Μεταξά. Της γνωστής πολιτικής οικογένειας Μεταξά. Τότε ξεκίνησε να ζωγραφίζει με ακουαρέλα και να εγκαταλείπει τα παστέλ που μέχρι τότε χρησιμοποιούσε. «Από τότε θυμάμαι, δε ζωγράφιζα ποτέ μου με ευκολία και με αγωνία έπιανα τα πινέλα». Τότε πήρε κάποια μαθήματα από έναν Γάλλο ζωγράφο ονόματι Πίκ που θεωρούσε τον Τσαρούχη ανεπιτήδευτο μαθήσεως και σταμάτησε ναζί  του. Όμως ο μικρός Τσαρούχης συνέχισε να ζωγραφίζει εντατικότερα και τα πάντα εκ του φυσικού. Ο ίδιος έλεγε,  ότι  το σπίτι του Μεταξά δεν είχε καθόλου πίνακες στους τοίχους παρά έναν που παρίστανε ένα στρατιώτη που λεγόταν ότι σκοτώθηκε.




Τσαρούχης, έργο με καραβάκια στο λιμάνι

Το 1927 όλη του η οικογένεια ξανά ενωμένη μετακομίζει στην Αθήνα αλλά τον Πειραιά θα τον επισκέπτεται συνεχώς μέχρι και το τέλος της ζωής του. Είναι  άξιο  απορίας  που στηρίζετε  ο έρωτας για τον Πειραιά, ενώ το περιβάλλον που ανατράφηκε ήταν μεγαλοαστικό! Από παιδί έφευγε από τις βίλες του θείου του και του πατρικού του και έτρεχε να περπατήσει σε όλες τις λαϊκές και πολύ φτωχικές τότε συνοικίες  του  Πειραιά,  παίζοντας με παιδιά βιοπαλαιστών  που  είχαν  αμεσότητα  στην  συμπεριφορά  τους  και  δεν  ήταν  στημένα  όπως  τα  παιδιά  των                 μεγαλοαστών.  



Τσαρούχης, ο Πειραιάς στην αρχαιότητα
Από τον Πειραιά και τους ανθρώπους του έπαιρνε χαρά και την ζωντάνια που τροφοδοτούσε τη ψυχή του και το έργο του.  Όταν  τον  ρωτούσαν  ποιοι  ζωγράφοι  τον επηρέασαν εκείνος έλεγε πως εκτός από τους μεγάλους, υπήρχαν και πάρα πολλοί άνθρωποι, άγνωστοι στο πολύ κόσμο, που με αυτά που του έλεγαν ή έκαναν ή απλά μόνο επειδή υπήρχαν.  «Τι να πω για έναν μαραγκό που η σεμνότητα του με έκανε να καταλάβω πολλά για τη δουλειά. Τι να πω για μιαν ασήμαντη γυναίκα που πλένει τα πιάτα της και συγυρίζει τη κουζίνα της που μου έδωσε φιλοσοφικά διδάγματα με το ποιες είναι οι συνθήκες της ζωής. Μαθαίνω κάθε μέρα από οποιονδήποτε άνθρωπο και οι μεγάλοι άνθρωποι είναι μεγάλοι γιατί με απλότητα σαν τους απλούς ανθρώπους εξετέλεσαν τον προορισμό τους. Οι μεγάλες βεντέτες, οι μεγάλες φίρμες  με απωθούν γιατί νομίζουν ότι η τέχνη είναι μια θεατρική παράσταση και όσο περισσότερη φασαρία κάνεις, τόσο περισσότερο επιτυχία θα έχεις.  Επηρεάζομαι πάντα από τους ανθρώπους που κάνουν κάτι ουσιαστικό- μικρό ή μεγάλο- γιατί πρέπει κανείς να τη δει ουσιαστικά και όχι μόνο με επίδειξη». Αυτά   τα λόγια του μας απαντάνε σε έναν βαθμό για  τον  επηρεασμό  του  από  τους απλούς ανθρώπους του Πειραιά. Όσο για τον ίδιο τον Πειραιά έλεγε «Το να βγεις περίπατο στον Πειραιά είναι σαν να σεργιανίζεις σε μια γιγάντια σκηνογραφία»! Και ο Τσαρούχης σεργιάνιζε στους δρόμους του ως το τέλος της ζωής του.

Τσαρούχης, με το μοντέλο του να παίζει πιάνο


Τσαρούχης σε πιο κυβιστική γραφή


Το 1929 ήταν ήδη φοιτητής στο Πολυτεχνείο (ΑΣΚΤ).  Δάσκαλοι του ήταν στη διακόσμηση ο Δ. Μπισκίνης, στη γλυπτική ο Θ. Θωμόπουλος στη χαρακτική ο Γιάννης Κεφαλληνός και στη ζωγραφική ο Επαμεινώντας Θωμόπουλος, ο Γιώργος Ιακωβίδης (βιογραφία του ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ  , ο Δ. Γερανιώτης, ο Σπύρος Βικάτος  και στα 2 τελευταία χρόνια ο Κωσταντίνος Παρθένης, όπου από το εργαστήριο του θα αποφοιτήσει με άριστα το 1935. Ο Τσαρούχης λέει για τον Παρθένη στην τελευταία του συνέντευξη πως «Ο Παρθένης με αγαπούσε, αλλά στο τέλος είπε ότι δεν του άρεσε η δουλειά μου γιατί ήταν πολύ σουρεαλιστική». Και στην ερώτηση αν οι καθηγητές του τον ενθάρρυναν και αν του έδειξε κάποιος ότι θα μπορούσε να γίνει μεγάλος καλλιτέχνης, ο Τσαρούχης απάντησε «Κανένας».









Τσαρούχης, Άγιος Γεώργιος

Παράλληλα με το Πολυτεχνείο, το 1929 γνωρίζει τον Κόντογλου (για τη βιογραφία του ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ . Του έδειξε τα σχέδια του και τις ακουαρέλες του αλλά ο Κόντογλου τον αποπήρε λέγοντας του: «Μου είπαν για ένα παιδί γεννημένο στον Πειραιά. Νόμιζα ότι ήσουν λαϊκό παιδί που ζωγραφίζει καράβια και καραγκιόζηδες. Και βλέπω ένα πληροφορημένο παιδί που ξεσηκώνει τα φιγουρίνια του Παρισιού». Ο Τσαρούχης από αυτό ήταν στεναχωρημένος πάρα πολύ για μήνες γιατί τον Κόντογλου τον θαύμαζε. Λέει σχετικά: «Είχε καταρρακωθεί όλη μου η αστική περηφάνια που ΔΕΝ ήταν στέρεη». Η οικογένεια του πράγματι ακολουθούσε όλα τα υποδείγματα της Ευρώπης. Ιδιαίτερα του Παρισιού. Και τα λόγια του Κόντογλου (που του είπε και άλλα) του ξύπνησαν μέσα του τη ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ. «Άρχισα να δουλεύω διαφορετικά, να σκέφτομαι διαφορετικά, χωρίς ωστόσο να μαϊμουδίζω τον Κόντογλου.  Αυτό θα γινόταν αργότερα».  Ο Τσαρούχης θα ήταν τότε 19 χρονών.





Ο Τσαρούχης με εναν γέροντα
στις ΚΑρυές
του Αγ. Όρους 1979
Ο Τσαρούχης στον αγιασμό του
σπιτιού του (μετέπειτα Μουσείο)



Τσαρούχης, με επιρροές του Κόντογλου

Το 1930 αποφασίζει να δουλέψει με τον Κόντογλου. Έγινε καλός βοηθός του και πειθαρχημένος μαθητής , ενώ συνέχιζε και στο Πολυτεχνείο. Τον έκρινε με σεβασμό και θαυμασμό. «Συμμετείχα στους ενθουσιασμούς και στις  δυσκολίες του» έλεγε. Έμεινε μαζί του ως το 1934. Ο Κόντογλου τον μύησε στο μεγαλείο της βυζαντινής τέχνης, στην λαϊκή αρχιτεκτονική και ενδυμασία. Και μαζί του, αλλά και με τον Πικιώνη και τον Άγγελο Χατζημιχάλη  θα πρωτοστατήσει στο αίτημα της ελληνικότητας στην τέχνη. «Είμαι βαθύτατα επηρεασμένος από την Ορθόδοξη εκκλησία, τη θεολογία, τη μουσική της αλλά αυτό δεν το δείχνω κάνοντας πράγματα βυζαντινίζοντα, που έμαθα από τον Κόντογλου. Η  ορθοδοξία,  είναι μια ζωντανή θρησκεία, μια ζωντανή φιλοσοφία» έγραφε αργότερα.




Ο Τσαρούχης ζωγραφίζει το μικρό Σπαθάρη


Μετά την αποφοίτηση του μαθαίνει από την Εύα Σικελιανού να υφαίνει σε αργαλειό και αντιγράφει δείγματα.  Μαθαίνει  κοπτική –  ραπτική  και από το 1934 ως το 1937. Σαν αντίδραση στη φιλοσοφία του Κόντογλου (όπως λέει ο ίδιος) γράφει σουρεαλιστικά ποιήματα επηρεασμένος από τον Νταλί (για τη βιογραφία του Νταλί ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ) και σχεδιάζει πιο σουρεαλιστικά.
Στο βιβλίο της Ειρήνης Φλώρου για τον Τσαρούχη γράφει "Η απόρριψη του Κόντογλου ήταν αποτέλεσμα ασυμφωνίας με τον δάσκαλο, που έχανε σιγά σιγά την αίγλη του στα μάτια του μαθητή. Ο Τσαρούχης ανάγει την ασυμφωνία στην διαφορετική του αντίληψη  για τη φύση της ζωγραφικής: "Ο Κόντογλου ανάγει τα πάντα σε αγιογραφίες και διακατέχεται απο εναν ρομαντικό παρελθοντισμό. Εγώ θέλω να ζωγραφίζω  εκ του φυσικού κάτι που να είναι ζωγραφική και όχι θεματογραφία". Όταν ο Τσαρούχης ήταν στο Παρίσι το 1936, είχε γράψει ενα μακροσκελές γράμμα στον φίλο του Διαμαντή Διαμαντόπουλο που έλεγε σχετικά: "Το νέο μου δράμα μου άρχισε όταν μάλωσα με τον Κόντογλου. Θυμάσαι ότι σου έλεγα ότι δεν αισθανόμουν δυνάμεις να εργαστώ και ίσως αυτή η περιπέτεια με σκότωσε διαπαντός. Μετά την τρομερή αντίδραση που έκανα και με την πυρετώδη παραγωγή αφηρημένων πινάκων για να πείσω τον εαυτό μου και τους άλλους πως δεν θάφτηκα εις τα βυζαντινά μαυσωλεία, τώρα αισθάνομαι ότι ξαναβρήκα το θέμα μου και τον προορισμό μου, είναι αρκετό αυτό που βρήκα στο Παρίσι.." Είναι νομίζω κατανοητό το πόσο επώδυνη ήταν αυτή η περίοδος για τον Τσαρούχη. Στο γράμμα στον Διαμαντίδη διατύπωνε τις αντιρρήσεις του για τον σουρεαλισμό που είχε προσεγγίσει. Γιατί ο σουρεαλισμός τελικά για τον Τσαρούχη ήταν σκοταδισμός, ήταν ο τεμαχισμός του ανθρώπου, ήταν σκληρότητα.  Ο Τσαρούχης τότε προτιμάει την παραδοσιακή ζωγραφική που σαν βάση της έχει τον σεβασμό των ορίων του ανθρώπου, το ελληνικό μέτρο με  την αλήθεια. Η μοντέρνα τέχνη άνηκε στον πρόελληνικό χώρο όπως διαπίστωσε και είχε στόχο της να αντιδράσει στις παραπάνω αξίες. Η μεγάλη διαφορά προελληνικού και ελληνικού είναι ότι το ελληνικό  έχει νόημα και ευθύνη. 'Εγραφε "Το προελληνικό μοιάζει πολύ με το μη ελληνικό, αλλά έχει μια βαθιά σχέση με το ελληνικό γιατί το προετοιμάζει" και αλλού γράφει "Η προελληνική βαρβαρότητα δεν είναι άλλη απο την σύγχρονη Δυτική βαρβαρότητα, της οποίας μας όλοι γνωρίζουμε τις συνέπειες". Με τα παραπάνω, ο Τσαρούχης δεν θεωρεί ότι η μοντέρνα τέχνη ήταν άχρηστη. Την δέχεται σαν μια αγωνιώδη προσπάθεια για εκείνο τον καιρό για να σωθεί ο πολιτισμός ακόμα και σαν έσχατο μέσω με την χρησιμοποίηση της ασχήμιας. Μπας και ξυπνήσει ο άνθρωπος από την νωθρότητα του. Η καταφυγή στον πρωτογονισμό θεωρούσε ότι ήταν μια πράξη ευθύνης. Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος με τον θάνατο που έφερε και τον πόνο, έφερε και αλλαγές στην τέχνη και μάλιστα την καθόρισε.  Η μοντέρνα τέχνη διαδίδεται αστραπιαία με μιαν διαφορά. Ενώ η νέα τέχνη έθετε ερωτήματα και αμφιβολίες που ήταν ανάγκη να επικοινωνήσουν με τον κόσμο, αυτοί που την διακινούσαν, αυτές τις αναζητήσεις και τους προβληματισμούς τα βάζουν κατά μέρος και μένουν μόνο στην πρωτοτυπία της γραφής του κάθε ζωγράφου. Τραγικό! Γιατί έτσι χάθηκε η ευκαιρία διαλόγου απο καλλιτέχνη σε καλλιτέχνη και απο τον καλλιτέχνη στον κόσμο.
Εδώ να αναφέρω πως ο Τσαρούχης έγραψε το βιβλίο «Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση» εκδ. Άγρα και το εξαιρετικό για μένα «Αγαθόν το εξομολογείσθαι» εκδ. Καστανιώτη, όπου αναφέρω μερικά αποσπάσματα και εδώ. Επίσης έχει κάνει και μια μετάφραση για τις «Τρωάδες».
Γύρω στο 1934-1935 επισκέπτεται την Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη με το Λύκειο Ελληνίδων για το Βαλκανικό Φεστιβάλ και την ίδια περίοδο μετά το Παρίσι για ένα χρόνο ακριβώς και την Ιταλία. Επισκέφτηκε μουσεία με  έργα  Αναγεννησιακά  και Ιμπρεσιονισμού.  Σε ένα εργαστήρι χαλκογραφίας που γράφτηκε είχε συμμαθητές του τον Τζιακομέτι  και τον Έρνστ. Εκείνη την περίοδο γνώρισε και τον Ματίς που θα τον επηρεάσει. Ανακαλύπτει και το έργο του Θεόφιλου μέσα από τη φιλία του με τον Στρατή Ελευθεριάδη. 


Τσαρούχης, τα παραδοσιακά επαγγέλματα των ελλήνων




Τσαρούχης, με επιρροές και Ματίς
Τσαρούχης στην εξέλιξη του

























Τσαρούχης, βυζαντινή εικόνα
Τσαρούχης, το σπίτι του Σεφέρη (Σεφεριάδη)


























Τσαρούχης ζωγραφίζει μια μεγάλη πλατεία στο Παρίσι




























«Το Παρίσι υπήρξε ένα μεγάλο σχολείο για μένα. Αλλά είχα μιαν εξαιρετική καθηγήτρια: Την μοναξιά μου. Είναι μια καθηγήτρια που σου δίνει μεγάλη ελευθερία να βλέπεις και να κρίνεις».
Το 1936 επιστρέφει στην Ελλάδα και στο ατελιέ του. Επηρεασμένος από τον Ματίς αρχίζει να δουλεύει πάνω στις τεχνικές  κλίμακες του Σ. Σπαθάρη!! Πραγματικά εξαιρετική σκέψη,  αν  τα γνωρίζουμε  και    συγκρίνουμε  έπειτα  πως  τα  συνδύασε  ο   Τσαρούχης  στην  τέχνη  του!! Η πρώτη του έκθεση γίνεται το 1938 στην οδό Νίκης στην Αθήνα στο "κατάστημα Αλεξόπουλου". Ο Τσαρούχης θυμάται: «Ο διευθυντής της γκαλερί θέλησε να με σκοτώσει. Έκανα 3 μήνες κλινική και 2 εγχειρήσεις για να επιζήσω.. Όπως βλέπετε, έχω πικρά πείρα από τους διευθυντές γκαλερί! Αργότερα, αρκέστηκαν να με ληστέψουν, όχι όμως και να με σκοτώσουν!» Τα έργα του τελικά τα επαίνεσαν 2 τεχνοκριτικοί: Ο Καπετανάκης και ο Παπαντωνίου . «Οι περισσότεροι τεχνοκριτικοί έγραψαν ότι δεν ξέρω να ζωγραφίζω και μου πρότειναν να μελετήσω τους ζωγράφους Κόντογλου και Παρθένη» μας λέει ο Τσαρούχης. Και συνεχίζει «Πούλησα μόνο 2 έργα στον ίδιο που μου είχε δανείσει την αίθουσα. Ο διευθυντής της Πινακοθήκης ο Παπαντωνίου, είπε ότι είμαι αφηρημένος και ότι πρέπει να ζωγραφίζω τοπία. Ένας άλλος έγραψε ότι, κάθε έργο μου είναι και ένας παλιάνθρωπος».

Τσαρούχης, ναύτης
Τσαρούχης, στρατιώτης χορεύει ζεμπέκικο

Τσαρούχης, σκηνικά και κουστούμια
Αντιγράφει την κεφαλή της Μέδουσας στο δάπεδο του Αρχαιολ. Μουσείου στην Αθήνα και από εδώ και πέρα αρχίζει να ζωγραφίζει εκ του φυσικού.
Το 1940 επιστρατεύτηκε. Πολεμά στο μέτωπο της Αλβανίας μέσα στο ψύχος. «Για μένα, ο πόλεμος του ’40, έμοιαζε με κακοοργανωμένη  εκδρομή»  έλεγε. Έπειτα, την περίοδο της κατοχής από τους Γερμανούς, για να ζήσει, ασχολείται με την σκηνογραφία. Στη ζωή του, παράλληλα με τη ζωγραφική, σχεδίαζε σκηνικά και ενδυμασίες για τα θέατρα του Εθνικού θεάτρου, του Κοτοπούλη, το Δημοτικό Πειραιά κτλ.. 


Τσαρούχης, μοντέλο Ντομινικ

Τσαρούχης, ναύτης






















Το 1947 εκθέτει σε δυο ατομικές, κυρίως θεατρικά προσχέδια και υδατογραφίες. Ο Τσαρούχης είναι ιδρυτικό μέλος (1949) της ομάδας Αρμός που πραγματοποιεί την πρώτη της έκθεση στο Ζάππειο. Εκθέτει 8 έργα του και για ένα από αυτά υπήρχε φόβος έντασης με αποτέλεσμα να το αφαιρέσει.
Αλλά και στη Θεσσαλονίκη που έκανε μιαν έκθεση ο ίδιος λέει πως «Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσίασα την Θεσσαλονίκη τόσο πολύ.  Όπως  και  την Αθήνα δεν  ενθουσίαζα τόσο πολύ… Το γιατί των θεατών αντηχεί ακόμα στα αυτιά μου. Ήταν σαν να μου έλεγαν – Γιατί το έκανες αυτό;… Τα έργα μου, καμωμένα με μεγάλη ελευθερία, με περιφρόνηση του αστικού καθωσπρεπισμού, με μορφή εξομολογήσεως ειλικρινούς, δυσαρεστούσαν μια κοινωνία που έπαιζε θέατρο και που ήταν πολύ αμαθής».
Τεριέν στο πρώτο σπίτι του Τσαρούχη στο Παρίσι 1979

Τσαρούχης, το ΝΕΟΝ



 Το 1950 πηγαίνει ξανά στο Παρίσι.  «Από το 1948-’50 συνεχίζονται οι αναζητήσεις μου… ένα είδος ανατολίτικου εξπρεσιονισμού που παίρνει το θάρρος να υπάρχει αναμφισβήτητα από τον Ματίς».
Το 1951 εκθέτει σε Λονδίνο και Παρίσι και το 1953 υπογράφει συμβόλαιο (με διάρκεια από το 1953- 1957) με την γκαλερί Ιόλας  στη Νέα Υόρκη.  Το 1956, ήταν 46 χρ. και ήταν υποψήφιος για το βραβείο του Γκούγκενχαϊμ και το 1958 πήρε μέρος στην Μπιενάλε μαζί με τον Μόραλη.



Τσαρούχης, Μπαστιάς, Κάλλας
Το 1967, εγκαθίσταται στο Παρίσι. Εκεί είχε ένα ατελιέ και ένα περιβόλι (από το 1968 ως το 1980) δικό του που έβγαζε ωραία παραγωγή από ζαρζαβατικά. «Ένα περιβόλι συνδέει πολύ τον άνθρωπο με την γη» έλεγε.  Πόσο  δίκιο  είχε!  Μακάρι  να  μπορούσαμε  να  ζούσαμε  όλοι  σε  σχέση  μα  την  γη! Να σημειώσω πως ο Τσαρούχης συνδέθηκε  με  τη Γαλλία  λόγω της αρρώστιας της μικρής του αδελφής αλλά  παρέμεινε  εκεί  και επειδή ήξερε άπταιστα Γαλλικά.








Ο Τσαρούχης πάνω δεξια, Κάλλας στο κέντρο



Το 1958 εκτίθενται έργα του στο Εθν. Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Παρισιού και έπειτα στο Μουσείο Guggenheim στην Ν. Υόρκη.
Ο Τσαρούχης από την λήξη του συμβολαίου του με τον Ιόλα μέχρι το 1963 ζωγραφίζει ελάχιστα αλλά εργάζεται στα θέατρα της Αμερικής, του Λονδίνου και του Μιλάνο.  Για παράδειγμα, στην Όπερα στο Τέξας ζωγραφίζει τα σκηνικά και τα κουστούμια για την «Μήδεια» όπου πρωταγωνιστούσε η Μαρία Κάλλας και σκηνοθετούσε ο Μινωτής. Με αυτά τα ονόματα θα συνεχίσει να συνεργάζεται και σε άλλες παραστάσεις στην Σκάλα του Μιλάνου και στην Επίδαυρο.

Τσαρούχης


Τσαρούχης, αυτοπροσωπογραφία του
Από το 1960- 1962 γίνεται καθηγητής στη Σχολή Δοξιάδη αλλά και καλλιτεχνικός σύμβουλος στην Εμπορική Τράπεζα. Παράλληλα συνεχίζει να σκηνογραφεί («Θαϊδα» στην Όπερα στο Ντάλας με τον Τζεφιρέλι, «Όρνιθες» του Αριστοφάνη με σκηνοθέτη τον Κουν στο θέατρο Εθνών στο Παρίσι…)
Ο Τσαρούχης για το θέατρο έλεγε: «Με ενδιαφέρει περισσότερο από την ζωγραφική. Αν και με φοβίζει. Συμφωνώ με τη Μανιάνη που έλεγε πως το θέατρο είναι κάτι το θεϊκό, αλλά τα επαγγέλματα  του θεάτρου είναι απαίσια. Με τη ζωγραφική πολεμάς τον φόβο του ανθρώπου, την υποκρισία, την μικρότητα  μέσα  σου. Στο θέατρο πρέπει να εμφυσήσεις τα ίδια αισθήματα σε ανθρώπους ζωντανούς. Πρέπει να είσαι διπλωμάτης και ψυχαναλυτής. Θηριοδαμαστής και απατεώνας. Και συχνά οι ηθοποιοί δεν στο συγχωρούν ποτέ ότι τους έβγαλες έξω από τα νερά τους. Στο θέατρο ο αγώνας ήταν  πολύ σκληρός. Πρέπει να παλέψεις με τους ηθοποιούς, πριν παλέψεις με το κοινό.»
Το 1961 εκθέτει στη γκαλερί Ζουμπουλάκη, το 1965 στο «Παντοπωλείο Μεζίκη», το 1966 στη γκαλερί Μέρλιν και μια αναδρομική στη γκαλερί Άστορ. Στο Παρίσι συμμετέχει με ένα έργο του στη Γκαλερί Κλόντ Μπερνάρ. Οι άλλοι συμμετέχοντες ήταν ο Πικάσο (για τη βιογραφία του πατήστε εδώ), ο Μοντιλιάνι, ο Μπράκ, ο Μπείκον, ο Σαγκάλ.




Στην Ελλάδα το 1967 επιβάλλεται η δικτατορία. Ο Τσαρούχης θα μείνει στο Παρίσι μέχρι το 1975. «Στο Παρίσι οργάνωσα πιο πολύ τις μελέτες μου της τέχνης του 19ου αιώνα. Ο 19ος αιών. Και το Βυζάντιο είναι για μένα σίγουρα μέσα για να βρω μέσα μου (πού αλλού;)αυτό το ανθρώπινο νόημα που κατέληξε στην ελληνιστική παράδοση» γράφει στο βιβλίο «Οι ποδηλάτες».
Το 1977 ανεβάζει μόνος του τις «Τρωάδες» σε δική του μετάφραση σε ένα υπαίθριο παρκινγκ στο κέντρο της Αθήνας. Το 1981 εκθέτει στη γκαλερί Ζυγός, το 1982 ανοίγει το Μουσείο Τσαρούχης (βρίσκεται στην οδό Πλουτάρχου στο Μαρούσι -δείτε την ιστοσελίδα του), εκθέτει στη γκαλερί Ζουμπουλάκη τα «Ζεϊμπέκικα» και σκηνοθετεί το «Επτά επι Θήβας».
Από το 1983-1989 εκθέτει στις γκαλερί Ζυγός, Σκουφά και Γκαλερί 3. Από το 1987-1988 εκθέτει όλο του το υλικό από τις μακέτες και τις σκηνογραφίες στο μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης.
Πεθαίνει στις 20 Ιουλίου του 1989 ενώ ετοιμαζόταν με δική του μετάφραση, σκηνικά, σκηνοθεσία και κουστούμια, να ανεβάσει το έργο του τραγικού Ευρυπίδη, τον «Ορέστη».

 ΜΑΡΙΑ ΟΥΖΟΥΝΟΓΛΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ







                                               ΔΙΚΑ ΤΟΥ ΛΟΓΙΑ (ΓΝΩΜΙΚΑ):

«Στην Ελλάδα είσαι ότι δηλώσεις».
«Μόνο με παραμύθια κατακτώνται οι άνθρωποι».
«Ζεμπέκικος, ο χορός των χορών!»
«Αγαπώ την Μαρία Κάλλας και την Σωτηρία Μπέλλου. Και δεν αισθάνομαι διχασμένος. Ας κοπιάσουν όσοι σκανδαλίζονται για αυτό, να καταλάβουν τι μου συμβαίνει. Εγώ πάντως κόπιασα για να βρω μια τάξη και ισορροπία».
«Θέλω να κάνω ελληνικό ότι μου αρέσει στην Αναγέννηση».
«Τα έργα τέχνης που δείχνουν μη ολοκληρωμένα, τελειώνουν μόνα τους, με τον καιρό.»
«Μου αρέσει να ζωγραφίζω γυμνά γιατί έτσι μπορεί να κατανοήσει κανείς την ψυχική γεωμετρία του ανθρώπου. (έλεγε στα 82 του χρόνια)

«Δύο είναι οι βασικές αναζητήσεις μου (στη τέχνη). Η μία είναι νεοκλασική και προσπαθεί να αφομοιώσει το αρχαίο κλασικό ιδεώδες όπως το εξέφρασε το Μπαρόκ και η Αναγέννηση. Η άλλη μου τάση είναι να εκφράσω όλες μου τις αντιρρήσεις για το ίδιο το ιδανικό μου».
«Θα προτιμούσα να γίνω αγρότης και στον ελεύθερο χρόνο μου να βάφω. Έτσι θα απέφευγα το εμπόριο έργων τέχνης. Το εμπόριο της τέχνης και   γενικά  το  εμπόριο, είναι τρομερά πράγματα».

«Οι μεγάλοι τραγικοί με έχουν επηρεάσει πολύ . Μου έδειξαν τη ζωή όπως είναι. Ο Νίτσε με επηρέασε πολύ με ωραίες συμβουλές και ωραίες διαφωνίες μαζί του».
«Μόνον αυτοί που σφάζουν με άνεση και ευχαρίστηση έχουν δικαίωμα να τρώνε κρέας».
«Φιλία είναι η συμφωνία 2 ανθρώπων να μην προχωρήσουν τη σχέση τους σε βάθος, αλλά να μείνουν στην επιφάνεια».
Και αλλού «Φιλία είναι η συμφωνία 2 ανθρώπων, εναντίον όλου του κόσμου».
«Στην Ελλάδα ζούμε πολυτελέστερα από όσο μας επιτρέπουν τα μέσα μας, πέρα από τις οικονομικές μας δυνατότητες και τις ψυχικές μας ικανότητες. Αυτό ήδη μας δημιουργεί προβλήματα και θα μας προξενήσει μεγάλο κακό.»

«Οι έλληνες ζωγράφοι, αγάπησαν την Γερμανία γιατί ήταν ευπρόσιτη, επαρχιακή, και δια αυτής απολάμβαναν την Ευρώπη, όπως τα παιδιά τη θάλασσα στα ρηχά».
«Η τέχνη δεν είναι απασχόληση. Δεν είναι για να περνάς την ώρα σου. Είναι η θρησκεία του ζωντανού και αιώνιου».
«Ο λόγος, η γλώσσα, η φωνή είναι το αντίδοτο στο θάνατο και τη δυστυχία».
«Αρετές μας είναι τα ελαττώματα που παραδεχθήκαμε».
"Θυμήθηκα τα μπαρ και τα καφενεία στα οποία περίμενα πάντα μιαν ευκαιρία  σχετική με τη δουλειά μου. Το μεγάλο πρόσωπο που θα ερχόταν. Το τί κατάπινα εκεί πέρα, ποτά κ φαγητά πανάκριβα για αυτό που είναι κ πολύ βλαβερά για την υγεία. Αν ξανά έκανα τη ζωή μου, θα έκανα τελείως διαφορετικά πράγματα. Θα έκανα καλλιέργεια της γής, θα μάθαινα να κάνω την τροφή μου. Αντί να περιμένω ευκαιρίες στα καφενεία κ το λαντζάρισμα μου. Ήταν τρομερό αυτό το πράγμα! Να περιμένεις να σε εκτιμήσουν άνθρωποι που δεν εκτιμάς για να κερδίσεις λεφτά! Αυτό αγγίζει τα όρια της τρέλας"
«Το να μη μπορείς να πιστέψεις, είναι ένα είδος αναπηρίας».
«Να μην χωρίζεται η παιδική ζωή μου από τη ζωή του ενήλικου».
"Ο κόσμος σήμερα υποφέρει από άχρηστες ελευθερίες. Αυτές είναι χειρότερες από την απαγόρευση κ την σκλαβιά. Πρέπει κανείς να βρει νέους τρόπους πειθαρχίας στα μέτρα μας, τις ανάγκες μας.. Κάνε ότι θέλεις. Τότε θα απαντήσει ένας άνθρωπος λογικός "Θέλω να με βοηθήσετε να μάθω τι θέλω".Και το λένε κυρίως οι νέοι άνθρωποι.. Σήμερα, η εποχή μας είναι γεμάτη από  ελεύθερους ανθρώπους που η ελευθερία τους έγκειται  στο να αγνοούν τις συνέπειες των πράξεων τους.. Και μέχρι ενός σημείου καλλιεργείται αυτή η ελευθερία". 
«Είναι οδυνηρό για να σε εκτιμήσουν να προσπαθείς να κάνεις πράγματα που να αρέσουν σε ανθρώπους που δεν εκτιμάς».
«Ποτέ δεν υπήρξε μια εποχή που οι άνθρωποι να ήταν τόσο δύσθυμοι και μελαγχολικοί. Άλλωστε, αυτό εξηγεί από μιαν άποψη, την τρομερή και μέχρι αηδίας οργάνωση της ευθυμίας.  Καμιά εποχή δεν είχε οργανώσει τόσο πολύ την ευθυμία, όσο η δική μας. Σε καμιάν εποχή δεν έπαιζε πρωί-πρωί στα σπίτια το ραδιόφωνο εύθυμες μουσικές για να ξυπνήσουν οι άνθρωποι μελαγχολικοί και σχεδόν έτοιμοι να αυτοκτονήσουν».
«Στην Ελλάδα όλα γίνονται όπως θέλουν οι μέτριοι».
«Δεν ζητώ ανθρώπους να σκέφτονται σαν εμένα. Αλλά να κάνουν σκέψεις συμπληρωματικές των δικών μου».
"Υπάρχει μια ομηρία στις αγορές των έργων τέχνης. Το παίρνω (το έργο σου) για να καθίσεις φρόνιμα, θα σε πληρώσω κιόλας για να πάψεις να είσαι τόσο ελεύθερος, να πάψεις να μιλάς ουσιαστικά εναντίον μου.. Ούτε ο καλλιτέχνης, ούτε ο έμπορος είναι κύριος της τέχνης. Είναι ο Άνθρωπος. Βγαίνει για την εξυπηρέτηση του ανθρώπου. Δηλαδή, αυτό που κάνουμε είναι ιερό κ δεν  το εξαγιάζει  το χρήμα κ η τιμή που δημιούργησε η δημοπρασία ή η γκαλερί. Και μοιραίως φθάνουμε σε μιαν αντίληψη θρησκευτική της ζωής" 
«Χρειάζεται η θεία αφέλεια για να βρεις μέσα σου την αλήθεια».
«Ένα μόνο έχω να συμβουλέψω τους νεότερους: Να πειθαρχούν στην πίστη τους, αφού προηγουμένως την ανακαλύψουν».
"Η τέχνη που έπαψε πλέον να λειτουργεί (μέσα από την διάλογο), περνάει σε αυτούς που δεν την ξέρουν, ως αναγκαία πρωτοτυπία από την οποία μπορούν να απομυζούν αξία οι ίδιοι.. Δημιουργείται έτσι μια ανεξάντλητη αγορά, ένα καινούριο προσκύνημα, με οικονομικά οφέλη για τους αυτόκλητους προστάτες της τέχνης".
Σήμερα, η μοντέρνα ζωγραφική επικράτησε χάρη στη νομοθεσία του κράτους που της έδωσε ένα δίπλωμά;α ότι είναι ακαδημαϊκή, ευτραφής, κρατική. Δεν εκφράζει πια την αληθινή διαφωνία του ανθρώπου με το κατεστημένο. ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟ  που εξελίχθηκε"
"Όταν διαβάζω τα βιβλία περί ζωγραφικής μου κάνουν εντύπωση σαν κάτι βιβλία σεξουαλικά που λένε μην κάνετε το ένα, μην κάνετε το άλλο διότι θα πάθετε αφροδίσια νοσήματα.. τα βιβλία αυτά είναι για να σου κόψουν από ότι ζωγραφίζεις, παρά για να σου μάθουν να κάνεις ζωγραφική πιο στέρεα."
"Είναι απογοητευτικό για τον καλλιτέχνη να ξέρει ότι τόσοι κόποι και τόσες θυσίες καταλήγουν να πέσουν στα χέρια εμπόρων και συλλεκτών που το σώμα τους και η ψυχή τους εκφράζουν έναν θανατερό ιδεαλισμό. Έρχεται η στιγμή που αρχίζει κανείς να αμφιβάλλει  αν η ίδια η τέχνη, προ ατομικής βόμβας ή μετά, έχει την αξία  είχε την αξία που της δώσαμε".
"Ναό  Παντοκράτορος στον Μυστρά με τον Γιάννη Τσαρούχη να τον
έχω τοποθετήσει στο κέντρο του ναού. Είχα προμηθευτεί
 ενα τόπι ύφασμα πορφύρα και τον έβαλα να κάτσει
σε μια καρέκλα σπασμένη... " Nίκος Σταθούλης.



ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ  ΑΠΟ ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΗ στον Γιώργο Γκίλσον μάλλον στην Καθημερινή.  (Δυστυχώς δεν είμαστε σίγουροι ως προς την πηγή μέσα απο τις πολλές μεταφορές. Είμαστε όμως σίγουροι για το κείμενο και τον δημοσιογράφο)
Όταν τον ρώτησε ο δημοσιογράφος αν υπάρχει γενικό μήνυμα που προσπαθεί να μεταδώσει με το έργο του, ο Τσαρούχης απάντησε: «Δεν τολμώ να το πω, μήπως φανώ ότι κάνω τον μεγάλο καλλιτέχνη. Το μήνυμα αυτό είναι ο σεβασμός στη ζωή, η ευλάβεια στη ζωή, η αγάπη για τον Θεό. Όλα εκφρασμένα μέσω της ζωγραφικής και των χρωμάτων μου. Θέλω να βρω την τάξη και την ηρεμία στη ζωή μου και να την μεταδώσω και στους άλλους ανθρώπους».
Έπειτα απαντώντας σε άλλη ερώτηση λέει «Αν θα ξαναζούσα την καλλιτεχνική μου καριέρα, θα έψαχνα να βρω έναν καλό τεχνίτη να μου μάθει καλά τη τεχνική της ζωγραφικής και να μην πάω στη σχολή όπου οι καθηγητές προσπαθούν να  γεμίσουν τον διορισμό τους με άχυρα. Και βέβαια θα πήγαινα σε ένα χωράφι να μάθω πιο σοβαρά τη καλλιέργεια της γης για να έχω ένα δεύτερο επάγγελμα να μου δίνει ανεξαρτησία. Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν να παρασκευάζουν τη τροφή τους και ως γεωργοί».
Και στην ερώτηση του δημοσιογράφου «Τι συμβουλή θα δίνατε στους νέους καλλιτέχνες;» Ο Τσαρούχης απαντά: «Την ίδια που δίνω και στον εαυτό μου. Να βρουν ένα κτήμα να καλλιεργούν.. Και να εξομολογούνται με την τέχνη τους, να μιλούν για τη ζωή τους, για αυτό που τους ενδιαφέρει. Όταν κανείς εξομολογείται, εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκουν ικανοποίηση και ξαλαφρώνουν».

«Η Αθήνα όπως είναι σήμερα, πρέπει να χαρακτηριστεί σαν μια πόλη κατοχικής εποχής. Εννοώντας την ελληνική κατοχή και όχι την γερμανική. Η ελληνική κατοχή από το ’21 και πέρα, αντικρούοντας τις ιδέες του Μακρυγιάννη, κατέστρεψε ότι έχει κάνει η Ελλάς όλα τα χρόνια τόσο ώστε οι ευαίσθητοι και τίμιοι άνθρωποι όταν θέλουν να δείξουν ποια είναι η Ελλάς, δείχνουν τα έργα (των Ελλήνων) της τουρκοκρατίας.  Ήταν μια εποχή συνεπής με τα στοιχεία που την ενέπνεαν.  Η σημερινή Ελλάς είναι ασυνεπής και αυτό που προτείνεται ως ιδανικό είναι όχι όλων το ιδανικό, αλλά μιας περιορισμένης ομάδας.  Δυναμικής, η οποία παρουσιάζει ως κοινό ιδανικό ένα ιδανικό που δεν είναι παρά το ιδανικό της. Η Αθήνα κτίστηκε νεοκλασική από τους Βαβαρούς και τροποποιήθηκε από τους Έλληνες σύμφωνα με το ανισόρροπο γούστο τους. Στυλ αγραμμάτων.. Ο καθένας κοίταξε να αξιοποιήσει το οικοπεδάκι του, όπου και να ήταν, όποιο σχήμα και να είχε… Υμνούν ένα έγκλημα και το εκθειάζουν αν βλάπτει τον τόπο. … Πρέπει να αλλάξει και να φανεί επιτέλους ότι, η Ελλάς είναι ένα μικρό χωριό που της ταιριάζει να ονομάζεται Ευρώπη».
(Γιάννης Τσαρούχης, Περιοδικό «Η λέξη», τεύχος 73, 1988)

Στον Τσαρούχη οφείλεται η καθιέρωση των χορευτικών με ναύτες σε ταβέρνες στις ελληνικές ταινίες στο σινεμά.
Γράφει στο βιβλίο του «Αγαθόν το εξομολογείσθαι» : «Παρά τους ενθουσιασμούς των ξένων επισήμων και ανεπισήμων, το ζεϊμπέκικο μένει κάτι τι το ερμητικό στην ουσία του. Και είναι προσιτό. Αληθινά προσιτό μόνον σε αυτούς από τους Έλληνες που έχουν αληθινή ορφική μύηση. Λόγια φθαρμένα που δεν μπορούν να εκφράσουν την ουσία για την οποία ο αμύητος μένει καχύποπτος».
ΜΕΛΕΤΗ ΚΑΙ ΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΡΙΑ ΟΥΖΟΥΝΟΓΛΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
Τσαρούχης Οι εποχές
Ο Τσαρούχης δεν τελειώνει εδώ. Θα γίνει σύντομα και β μέρος με πλήθος απο τα θαυμάσια έργα του!!

Σε όσους αρέσει η  δημοσίευση πατήστε απο κάτω το κουμπάκι "Μου αρέσει"
Και αν θέλετε, μπείτε στον κόπο να το κοινοποιήσετε στους φίλους σας. Γιατί τα καλά πράγματα πρέπει να τα μοιραζόμαστε. Και αυτό δεν κοστίζει τίποτα.

Πολλοί με ρωτάτε τον τρόπο που γίνεται κανείς ΜΕΛΟΣ εδώ στο μπλοκ. Πηγαίνετε δεξιά κάτω από την φωτο μου που λέει «Γίνετε μέλη» Πατήστε πάνω και γράφεστε. Είναι πολύ εύκολο και πολύ ενισχυτικό για μένα ψυχολογικά και μόνο αφού δεν έχω διαφημίσεις για άλλο κέρδος. 



Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΕΝΑΣ ΤΑΠΕΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Φώτης Κόντογλου 1937
Ο Φώτης Κόντογλου εκτός από ζωγράφος ήταν και συγγραφέας. Μοναδικός και σε αυτό!!! Ένα μικρό δείγμα γραφής του παραθέτω εδώ. 

«Ταπεινή και  ήσυχη  ζωή,  θα  πει  αληθινή  ζωή.  Όποιος  ζει  μακριά  από  την  ταραχή  του  κόσμου  και  από  τις  διάφορες  έγνοιες  που  φορτώνουνται  οι  άνθρωποι  για  να  ζαλίζουνται,  με  την  ιδέα  πως  χαίρουνται  την  ζωή,  αυτός  λοιπόν  που  ζει  αποτραβηγμένος  σε  μια  μικρή  κι  αγαπημένη  συντροφιά,  αυτός  κατά  την  ιδέα  μου  ζει  αληθινά.  Είναι  σαν  τον  άνθρωπο  που  περπατά  σιγά – σιγά  και  περιεργάζεται  και  φχαριστιέται   από  όσα  βλέπει  στον  δρόμο  του,  σταματά  όποτε  θέλει,  συλλογίζεται,    δεν  βιάζεται,  ενώ  οι  άνθρωποι  που  ζούνε  με  πολλές  σκοτούρες  και  φασαρίες,  έχοντας  την  ιδέα  ότι  αυτή  είναι  η  πνευματική  ζωή, που  την  λένε  και  "έντονη,  γεμάτη,  δυναμική"  και  μ 'άλλα  τέτοια  φανταχτερά  ονόματα,  αυτοί  λοιπόν,  μοιάζουνε  με  κείνον  που  τρέχει  γρήγορα  μ 'ένα  αυτοκίνητο  και  δεν  προφταίνει  να  ζει  τίποτα,  και  έτσι  δεν  νοιώθει  τίποτε.


"Α.Αλβανοπούλου" 1943, Φ.Κόντογλου
Όσοι  ζούνε  αυτή  την  ζωή  (κι  αυτή  την  ζωή  ζούνε  οι  σημερινοί  αχόρταγοι  άνθρωποι),  είναι  πάντα  βιαστικοί,  πάντα  αφηρημένοι,  ολοένα  με  το  μάτι  στο  ρολόγι,  λαχανιασμένοι,  θέλουνε  να  τα  προλάβουνε  όλα,  κι  έχουνε  μεγάλες  στεναχώριες  γιατί  δεν  μπορούνε  να  τα  προφτάξουνε  όλα,  έχουνε  μεγάλη  αγωνία  οι  δυστυχισμένοι  άνθρωποι.  Το  μυαλό  τους  είναι  άνω  κάτω,  η  καρδιά  τους  αναστατωμένη  και  κείνη.  Νευρικοί,  ακατακάθιστοι,  σαστισμένοι,  δεν  έχουνε  ησυχία,  μήτε  την  μέρα,  μήτε  την  νύχτα,  λες  και  είναι  καταραμένοι,  σε  καιρό  που  ο  κόσμος  και  αυτοί  έχουνε  την  ιδέα  πως  είναι  βλογημένοι  αφού  έχουνε  πολλά  λεφτά,  για  να  προφταίνουνε  παντού.    Οι  άλλοι,  που  δεν  έχουνε  τα  μέσα  να  φορτωθούνε  όλες  εκείνες  τις  φροντίδες,  τους  μακαρίζουνε,  μη  νοιώθοντας  πως  εκείνοι  είναι  πολύ  πιο  ευτυχισμένοι.  Οι  άνθρωποι,  που,  όπως  λένε,  ζούνε  την "μεγάλη  ζωή",  μ άλλα λόγια  που  ζούνε  το  μαρτύριο   που  είπαμε,  όλα  τα  δοκιμάζουνε  γρήγορα  και  λαχανιασμένα,  και  μοναχά  τι  θα  πει  αληθινή  ζωή  και  τι  ουσία  έχει  αυτή  η  ζωή,  δεν  γνωρίζουνε.  Τον  εαυτό  τους  δεν  τον  ξέρουνε  ποιος  είναι  γιατί  ποτέ  δεν  βρίσκουνται  μαζί  του.  Δεν  τον  χωνεύουνε,  σαν  να  είναι  ο  πιο  μεγάλος  εχθρός  τους,  τον  αποφεύγουνε,  όπως  αποφεύγει  κανένας  ένα  δυσάρεστο  και  ενοχλητικό  άνθρωπο.  "Ωχ,  πως  θα  μείνω  πάλι  με  αυτόν  τον  άνθρωπο;  Τι  θα  του  πω,  τι  θα  μου  πει;  Πως  να  περάσει  η  ώρα;"  Έτσι  συλλογίζουνται  όποτε  υπάρχει  φόβος  να  απομείνουν  μονάχοι  με  τον  εαυτό  τους  για  να  ζήσουνε  λίγο  αληθινά,  να  θυμηθούνε  πως  έχουνε  έναν  εαυτό.  Πρέπει  σαν  να  τον  λησμονήσουνε  σαν  να  μην  υπάρχει,  σαν  να  πέθανε.

Ο Φώτης Κόντογλου 
Όλες  οι  έγνοιες και  οι  κοσμικές  φροντίδες    που  τους  τυλίγουνε    σαν  σχοινιά  και  τους  τραβάνε  εδώ  και  εκεί,  είναι  γι 'αυτούς,  η  σωτηρία  από  τον  εαυτό  τους.    Τρέχουνε  καταδιωγμένοι  από   αυτό  το  φάντασμα,  και  για  να  τ 'αποφύγουνε  κάνουνε ότι  μπορούνε.
Αυτοί  είναι  οι  δυστυχισμένοι  άνθρωποι  που  κερδίσανε  όλο  τον  κόσμο,  και  χάσανε  την  ψυχή  τους,  τον  εαυτό  τους.  Που  πουλήσανε  τα  πρωτοτόκια  για  ένα  πιάτο  φακή. 



του Φ.Κόντογλου, Ο Χριστός σχηματίζει ιχθύ
Κάθε στιγμή  της  ζωής  είναι  πολύτιμη  για  τον  άνθρωπο.  Χαμένες  ώρες  είναι  εκείνες  που  νοιώθει  ψεύτικα  πως  ζει,  όποτε  βρίσκεται  μέσα  σε  κάποια  φασαρία  που  τον  ψευτογελά  πως  τότε  ζει  αληθινά  και  παρηγοριέται.     Αληθινά  δεν  ζει  κανένας,  αν  δεν  έχει  συντροφιά  τον  εαυτό  του,  τις  σκέψεις  του,  τα  συναισθήματά  του.  Πως  μπορεί  να  ζει σε  καιρό  που  ο  εαυτός  του  θα  λείπει;  Ζώντας  με  τον  εαυτό  μας,  δεν  γινόμαστε  εγωιστές,  όπως  θα  πούνε  κάποιοι  που  κρίνουνε   ξώπετσα.  Ίσα – ίσα  μ 'αυτόν  τον  τρόπο  ανθίζει  μέσα  μας,  ένα  πανέμορφο  περιβόλι,  γεμάτο  αγάπη  για  τους  άλλους  κι  η  καρδιάς  μας  πίνει  από  τη  δροσερή  πηγή  που  έβαλε  ο  Θεός  μέσα  μας.  Εκείνος  είπε:  "  Η  βασιλεία  του  Θεού βρίσκεται  μέσα  σας".  Και  τι  άλλο  είναι  η  βασιλεία  του  Θεού,  παρά  η  αληθινή  ζωή;  " Ότι  παρά  Σοι  πηγή  ζωής.  Εν  τω  φωτί  Σου  οψόμεθα  φως".  Σε  σένα,  λέγει,  βρίσκεται  η  πηγή  της  ζωής.  Και  πάλι  λέγει  ο  Χριστός:  "Ουκ  οίδατε  ότι  ναός  πνεύματος έστε".  Οι  άγιοι  που  ζήσανε  την  αληθινή  ζωή,  μιλάνε  με  τα  παρακάτω  λόγια:  "Μην  περιμένεις  να  λυτρωθείς  από  τους  ανθρώπους  και  από  τα  ξεγελάσματα  που  τα  λένε  διασκεδάσεις  και  απολαύσεις  της  ζωής.  Καλότυχος  είναι,  όποιος  ξεμάκρυνε  από  τον  κόσμο  κι  από  την  απατηλή  ταραχή  του,  και  προσέχει  και  προσέχει  μοναχά  τον  εαυτό  του.  Όποιος  δεν  ένοιωσε  την  ειρήνη,  δεν  ένοιωσε  πως  ζει.  Εκείνοι  που  παραδίνουνε  τον  εαυτό  τους  στις  ηδονές  και  στις  κοσμικές  απολαύσεις  και  θαρρούνε  πως  κάνουνε  ευτυχισμένο  τον  εαυτό  τους,  αυτοί  κάθονται  παντοτινά  έξω  από  το  σπίτι  τους.  Έμπα  μέσα  στο  σπιτάκι  που  κρύβεται  μέσα  σου,  και  θα  δεις  το  παλάτι  του  ουρανού.  Γιατί,  ένα  είναι  και  τούτο  και  κείνο,  κι  από  το  ίδιο  παραθύρι  τα  βλέπεις  και  τα  δυο".  
Αττικη Ενα πεύκο 1924, Φ. Κόντογλου

Πορτρέτο κάποιου. απο Κόντογλου
Αυτά  και  άλλα  τέτοια  συλλογιζόμουνα  καθισμένος  στο  φτωχικό  μου.  Τι  λέγω;  Στο  παλάτι  μου.  Σ 'αυτό  όλα  είναι  ταπεινά,  μικρά  κι  αγαπημένα.  Μήτε  βίλλες  θέλω,  μήτε  ψηλά  κάγκελα,  μήτε  πορτιέρηδες,  μήτε  γυαλιστερά  πράγματα,  μήτε  τίποτα  από  τα  όσα  θέλουνε  νάχουνε  οι  άνθρωποι,  που  γι 'αυτά  δεν  βρίσκουνε  ησυχία,  μέρα – νύχτα.  Πως  τα  σηκώνουνε  οι  δύστυχοι,  τέτοια  βάρη  ασήκωτα;  Εγώ  τρέμω  με  την  θυσία  που  κάνουνε  στην  ματαιοδοξία  τους!  Πολλές  φορές  και  εγώ  στεναχωριέμαι  πως  έχω  πολλά  πράγματα,  ενώ  θα  μπορούσα  να ζήσω  με  πολύ  λιγότερα.  […]  Σ 'έναν  ασκητή  που  ζει  σε  μια  ερημιά  στ άγιο  όρος ,  έστειλε  κάποιος  100  δραχμές,  μήπως  του  χρειαστούνε  ,  και  κείνος  τούγραψε:  "Δεν  δύναμαι  να  κοιμηθώ  από  την  ημέρα  κατά  την  οποία  έλαβα  παρά  της  αγάπης  σου  τας  εκατό  δραχμάς.  Τοσαύτα  χρήματα  τι  να  τα  κάμω  ευλογημένε;"  Θυμήθηκα  τα  λόγια  που  είναι  γραμμένα  στο  χαρτί  που  κρατά  ο  άγιος  Εφραίμ:  "Ασκητής  ακτήμων  αετός  υψιπέτης".  Είμαστε  λοιπόν  παραφορτωμένοι  και  εμείς  ή  δεν  είμαστε;  Τάχουμε  όλα.  Έχουμε  και  ένα  περιβολάκι  μικρό  ίσα  με  μία  δαϊδραροκυλίστρα.  Και  όμως,  αυτό  το  κομμάτι  το  χώμα  είναι  για  μας  θυσαυρός  ανεκτίμητος.    Έχει  λουλούδια  που  μοσχοβολούνε,  ήμερα  και  άγρια,  τα  περισσότερα  αγριολούλουδα,  δεντρολίβανο  ,  βασιλικό,  μαντζουράνα,  δυόσμο.  Αψηφιά,  κι  άλλα.  Έχει  και  μίαν  ελιά,  δύο  λεμονιές,  μια  πορτοκαλιά,  και  μια  ροδιά.  Κάθουμαι  σαν  πασάς  και  δοξάζω  τον  Θεό.    Μέλισσες,  πεταλούδες,  σκαθάρια,   χρυσοβασιλιάδες,  μυγάκια  λογής – λογής,    άλλα  μακρουλά,  άλλα  στρογγυλά,  πετάνε  γύρο  στις  πρασινάδες  και  το  σιγανό  βούισμά  τους  με  νανουρίζει.  Περιεργάζουμαι  κάτω  το  χώμα.  Το  κοιτάζω  από  κοντά  καθισμένος χάμω. Μερμήγκια   κι  άλλα  μαμούνια περπατάνε  εδώ  και  κεί,  κάνοντας  κάποιες  μυστηριώδεις  δουλειές.  Πόσο  αξιαγάπητα  είναι  είναι  αυτά  τα  πλάσματα!  Πηγαινοέρχουνται  βιαστικά,  ανταμώνουνται  στο  δρόμο  τους,  σταματάνε  σαν  να  κουβεντιάζουνε,  και  ύστερα  τραβά  το  καθένα  όπου  θέλει.  Ποιος  ξέρει  τι  συλλογίζουνται  και  τι  κάνουνε. Μια  φορά,  καμιά  σημασία  δεν  δίνουνε  στα  σπουδαία  που  γίνουνται  στον  κόσμο,  πεντάρα  δεν  δίνουνε  αν  ένας  άνθρωπος  πήγε  στον  ουρανό  μέσα  σε  μια  σιδερένια  μηχανή.
"Μυτιλήνη"  Φώτης Κόντογλου

Και  εγώ  μαζί  με  αυτά  ζω  ευτυχισμένος,  μέσα  στην   ησυχία  και  την  ειρήνη  της  ταπείνωσης.  Βέβαια  και  ο  αστροναύτης,  δεν  νοιάζεται  για  τούτα  τα  μικρά  που  δεν  φαίνουνται  από  κει  ψηλά  που  βρίσκεται.    Μα  και  τα  μερμήγκια,  οι  λαμπρές  και  τα άλλα  τα  μαμούνια  δεν  νοιάζονται  γι 'αυτόν.    Χαμπάρι  δεν  παίρνουνε. 
Λέγω  μέσα  μου:   "Που  πας  βρε  άνθρωπε.  Αφήνεις  τον  εαυτό  σου,  τον  πολύτιμο  εαυτό  σου,  και  πας  να  βρεις  άλλον  κόσμο!    Οι  κόσμοι  παντού  είναι  ίδιοι.  Τα  μάτια  που  τους  βλέπουνε  είναι  διαφορετικά".

Καλά  είμαστε  αγαπημένα  μου  μερμήγκια.  Κανένας  δεν  μας  ξέρει.  Μήτε  νοιαζόμαστε  για  τον  κόσμο,  για  τις  μηχανές  τους  και  για  τα άλλα  τα  μεγαλεία  του.
"Μετέωρα" Φ.Κόντογλου
Πόσο  όμορφο  πράγμα  είναι  να  μην  σε  ξέρει  κανένας,  να  σε  έχουνε  όλοι  λησμονημένο!  Να  είσαι  ένα  με  τα  μερμηγκάκια,   που  πηγαινουέρχουνται   βαστώντας  στο  στόμα  τους  ένα  κομμάτι  άχυρο!  Να  είσαι  ένα  με  τα  πεταλούδια,  αυτά  τα  πετάμενα  λουλούδια,  που  δεν  πετάνε  ψηλότερα    από  τα  μικρά  δεντράκια  μας.  Να  είσαι  αδερφός  με  τις  χρυσόμυγες,  τα  μικρά  ζουζούνια  που  βουσβουνίζουνε  χαρούμενα  και  ψάχνουνε    ανάμεσα  στα  φύλα  και  στα  άνθια  που  μοσχοβολούνε.  Ένα  με  τα  πουλάκια  που  κελαηδούνε  ξέγνοιαστα  από  πάνω  μας.   Με  τον  τζίτζικα  που  φωνάζει  καθισμένος  πάνω  στο  δέντρο,   ντερβίσης  που  δεν  φροντίζει  για  τίποτε. 
Ναι.  Θέλω  να  είμαι  και  εγώ    ένα  απ'  αυτά,  να  ζω  ανάμεσά  τους.  Δεν  θέλω  να  είμαι  άνθρωπος,  το  πονηρότατο  αυτό  πλάσμα,  που  από  την  πονηριά,  από  την  φιλοδοξία  και  από  την  αχορτασιά,  δεν  έχει  καιρό  να  ζήσει,  και  είναι  ολοένα  φουρτουνιασμένος!»


Φώτης  Κόντογλου
Από  το  βιβλίο  «Μυστικά  άνθη»  εκδ.  Παπαδημητρίου που το προτείνω σαν ένα πολύ καλό δώρο για τους φίλους μας και για τα Χριστούγεννα!!!











Αν σας άρεσε πατήστε το κουμπάκι από κάτω «Μου αρέσει». Και μπορείτε να το κοινοποιήσετε.

Όσοι θα θέλατε να διαβάσετε την βιογραφία του που έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον και να δείτε πολλά απο τα έργα του, πατήστε  στο ΕΔΩ:ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

Και  άλλο διήγημα του απο την ίδια ηθοποιό πατήστε εδώ
Τέλος πατήστε για να ακούσετε μέρος διηγήματος του Κόντογλου απο την Τζένη Καρέζη μας Κοντογλου- Τζένη Καρέζη 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...